Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προεδρία Χριστόφια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προεδρία Χριστόφια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

4 Φεβ 2014

Εκδήλωση ΕΡΑΣ



ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Η Επιτροπή για μια Ριζοσπαστική Αριστερή Συσπείρωση - ΕΡΑΣ
σας προσκαλεί στην Ημερίδα
Αριστερά και εξουσία
που διοργανώνει το απόγευμα του Σαββάτου 8 Φεβρουαρίου 2014
στη Δημοσιογραφική Εστία (Λευκωσία)

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

15.30-16.30:

o               Εισαγωγή από τον Συντονιστή

o               Θέμος Δημητρίου (ΕΡΑΣ)
Μεταρρυθμίσεις και Επανάσταση

o               Νεοκλής Συλικιώτης (ΑΚΕΛ)
Κυπριακή εμπειρία και οι δυνατότητες

o               Σύντομη Συζήτηση

16.30-16.50: Διάλειμμα

16.50-18.30:

o               Πάνος Κοσμάς (ΣΥΡΙΖΑ)
Πού πάει η Ελλάδα

o               Σταύρος Τομπάζος (EΡΑΣ)
Πρόγραμμα και προϋποθέσεις μιας αριστερής,
κυβερνητικής εξουσίας

o               Συζήτηση

Συντονιστής: Ντίνος Αγιομαμίτης (ΕΡΑΣ)

8 Απρ 2013

Το χρονικό μιας επερχόμενης αποτυχίας

Καλές προθέσεις αλλά αναποτελεσματικότητα
 
Του Αδάμου Ζαχαριάδη

Τον Φεβρουάριο του 2008 ο Δημήτρης Χριστόφιας κέρδιζε, με ποσοστό 55%, την προεδρία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η εκλογή του ήρθε να ταράξει τα νερά της κυπριακής πολιτικής σκηνής, καθώς ήταν η πρώτη φορά που αριστερός πολιτικός αναλάμβανε το ύπατο αξίωμα της χώρας. Η Κύπρος, τότε, έβγαινε από μια πενταετία έντονης πόλωσης και αντιπαράθεσης με επίκεντρο την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν, στην οποία είχε παίξει καταλυτικό ρόλο η πολιτική επιρροή του απερχόμενου προέδρου Τάσσου Παπαδόπουλου.

Η εκλογή του Δημήτρη Χριστόφια υπό το σύνθημα «Δίκαιη λύση, δίκαιη κοινωνία» σηματοδότησε την αλλαγή της στάσης του εκλογικού σώματος στο Κυπριακό και αντιμετωπίστηκε σαν μια δεύτερη ευκαιρία επίλυσης του προβλήματος. Από την άλλη, η αμηχανία στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και του δυτικού τύπου υπήρξε έντονη, καθώς για πρώτη φορά αριστερό κόμμα αναλάμβανε την κυβέρνηση μιας χώρας-μέλους της Ε.Ε. Ενδεικτικός του κλίματος που επικρατούσε την επομένη της εκλογής Χριστόφια ήταν ο τίτλος των New York Times: «Ο κομμουνισμός κερδίζει στην Κύπρο». Παράλληλα, οι Times του Λονδίνου υποδέχτηκαν με διάθεση ειρωνείας τον νέο πρόεδρο: «Ο κύριος Χριστόφιας, 61 ετών, έχει καλύτερη επαφή με το Κρεμλίνο απ’ ό,τι με τον Λευκό Οίκο ή την Ντάουνινγκ Στρητ».

Παρά τη διεθνή επιφυλακτικότητα, στο εσωτερικό της Κύπρου η θητεία του νέου προέδρου ξεκινούσε με τους καλύτερους οιωνούς. Η αποδοχή προς το πρόσωπό του ξεπερνούσε το 75%, ενώ η αντιπολίτευση δήλωνε ότι θα δώσει χρόνο και στήριξη στη νέα κυβέρνηση προκειμένου να διαχειριστεί το Κυπριακό. Σε διάψευση των ευνοϊκών αυτών προϋποθέσεων, ο Χριστόφιας κατέληξε να είναι ο πρώτος απερχόμενος πρόεδρος που δεν διεκδίκησε επανεκλογή. Επιπλέον, τόσο το Κυπριακό όσο και η οικονομία βρίσκονται σήμερα στο χειρότερό τους σημείο. Από τη μια, οι τελευταίες εξελίξεις στην Κύπρο οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στην κατάρρευση της οικονομίας, όπως τουλάχιστον είχε διαμορφωθεί τις τελευταίες δεκαετίες, ενώ παράλληλα οι δικοινοτικές διαπραγματεύσεις οδηγήθηκαν σε ναυάγιο.

Η διακυβέρνηση Χριστόφια έγινε αντικείμενο ευρύτατου και έντονου προβληματισμού στον δημόσιο διάλογο που αναπτύσσεται και στην Ελλάδα. Σε μια απόπειρα αποτίμησης όμως, ιδιαίτερη σημασία έχουν τα δεδομένα και οι συνθήκες που διαμορφώθηκαν μέσα στην πενταετία, με κρισιμότερες τρεις πτυχές: το Κυπριακό, την οικονομία και τα ζητήματα εσωτερικής διακυβέρνησης.

Καλές προθέσεις αλλά αναποτελεσματικότητα


Η εκλογή Χριστόφια επενδύθηκε έντονα με την προσδοκία επίλυσης του κυπριακού προβλήματος. Η παράλληλη παρουσία του Μεχμέτ Αλί Ταλάτ στην ηγεσία της τουρκοκυπριακής κοινότητας ενίσχυε αυτή την προοπτική. Σε σύντομο χρονικό διάστημα από την εκλογή του, ο Χριστόφιας έκανε την πρώτη πράξη καλής θέλησης, ανοίγοντας το οδόφραγμα της Λήδρας για να διευκολυνθεί η μετακίνηση Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων στις δύο πλευρές του νησιού. Έτσι, η θητεία Χριστόφια ξεκίνησε με την ενίσχυση των δικοινοτικών διαπραγματεύσεων και τη σύγκλιση απόψεων σε διάφορα ζητήματα. Οι προτάσεις του για εναλλαγή προεδρίας και σταθμισμένη ψήφο ήταν πράγματι γενναίες και οδήγησαν τις συζητήσεις σε αρκετά καλό σημείο. Ωστόσο οι αντιδράσεις των κομμάτων της συγκυβέρνησης (ΔΗ.ΚΟ. και Ε.Δ.Ε.Κ.) και της αντιπολίτευσης, η επιμονή του Χριστόφια σε λύση «κυπριακής ιδιοκτησίας» και οι αργοί ρυθμοί των διαπραγματεύσεων, ορισμένες φορές με ευθύνη της ελληνοκυπριακής πλευράς, έφεραν την κατάσταση σε τέλμα.

Στη συνέχεια, η πτώση του Ταλάτ και η άνοδος του Ντερβίς Έρογλου στην εξουσία δυσκόλεψαν τις διαπραγματεύσεις, καθώς ο τελευταίος θεωρείται ένας από τους πιο αδιάλλακτους πολιτικούς στο βόρειο μέρος. Με αυτή την έννοια, ένα μέρος των ευθυνών του Χριστόφια για το αδιέξοδο των διαπραγματεύσεων αφορά την αργοπορία που επέδειξε σε κρίσιμες στιγμές και ειδικά όταν πλησίαζαν οι εκλογές στο βόρειο τμήμα, όπου ήταν πλέον εμφανές ότι ο Ταλάτ δεν θα παρέμενε στην εξουσία. Επιπλέον, η αδυναμία του να υποστηρίξει στο εσωτερικό τις προτάσεις του, ενίσχυσε τις απορριπτικές φωνές στην ελληνοκυπριακή κοινότητα. Τέλος, απρόσφορη για την εξέλιξη των διαπραγματεύσεων ήταν η επιμονή του στην απόρριψη της πρότασης Ταλάτ για διεθνή διάσκεψη για το Κυπριακό με τη συμμετοχή της Τουρκίας και της Ελλάδας, την ώρα που δήλωνε ότι το κλειδί της λύσης βρίσκεται στα χέρια της Άγκυρας.

Από την ψευδαίσθηση ασφάλειας στο «μεγάλο κούρεμα»


Το τέλος της διακυβέρνησης Χριστόφια είναι η πρώτη στιγμή στη σύγχρονη κυπριακή ιστορία όπου το Κυπριακό δεν αποτελεί το κυρίαρχο πολιτικό διακύβευμα. Η Κύπρος μπήκε, με τον πλέον ακραίο και ακαριαίο τρόπο, στον φαύλο κύκλο των μνημονίων και της ύφεσης. Αξίζει εδώ να αναφέρουμε ότι η κυβέρνηση Χριστόφια απευθύνθηκε αρχικά στη Ρωσία για δανειοδότηση, αλλά η κυβέρνηση Πούτιν αρνήθηκε, ενώ ούτε η απόπειρα προσέγγισης της Κίνας είχε θετικά αποτελέσματα. Κρίσιμο ζήτημα αποτελούν οι λόγοι που οδήγησαν την κυπριακή οικονομία στο συγκεκριμένο σημείο και οι ευθύνες της κυβέρνησης του Δημήτρη Χριστόφια σε αυτή την εξέλιξη.


Η Κύπρος, όπως άλλωστε και όλες οι χώρες της Ευρωζώνης, κλήθηκε να διαχειριστεί το πρόβλημα της μεγαλύτερης παγκόσμιας οικονομικής κρίσης των τελευταίων δεκαετιών. Σε κάθε περίπτωση, η ανάγνωση και η διαχείριση της οικονομικής κρίσης βασίζεται στις ιδιαιτερότητες και τα χαρακτηριστικά της κάθε χώρας. Δύο είναι οι σημαντικότερες ιδιαιτερότητες της κυπριακής περίπτωσης. Πρώτον, το γεγονός ότι στην εξουσία βρισκόταν η Αριστερά της χώρας. Δεύτερον, οι κυπριακές τράπεζες ήταν ιδιαίτερα εκτεθειμένες σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, με αποτέλεσμα μετά το κούρεμα να πληγούν σημαντικά και δυσανάλογα για το μέγεθός τους.


Η κυβέρνηση του Α.Κ.Ε.Λ. αναγκάστηκε να προσφύγει στην τρόικα, προκειμένου να λυθεί το πρόβλημα της ανακεφαλαιοποίησης των κυπριακών τραπεζών. Το τελικό ποσό που ειπώθηκε πως θα χρειαστεί για την ανακεφαλαιοποίηση φτάνει τα 17 δισεκατομμύρια ευρώ, δηλαδή το 100% του Α.Ε.Π. της χώρας. Το Δ.Ν.Τ. θεώρησε ότι το συγκεκριμένο ποσό καθιστά το χρέος μη βιώσιμο και ζήτησε να βρεθεί το ποσό των 7 δισ. προκειμένου να συμμετέχει στο πρόγραμμα. Έτσι, το Eurogroup, με τη σύμφωνη γνώμη του Αναστασιάδη, πήρε την απόφαση για το πρώτο κούρεμα στις καταθέσεις των κυπριακών τραπεζών. Την πρώτη άρνηση της κυπριακής Βουλής ακολούθησε η δεύτερη, ακόμα πιο εξουθενωτική, απόφαση της τρόικας με την οποία ουσιαστικά χρεοκοπεί η Λαϊκή και συρρικνώνεται η Τράπεζα Κύπρου. Έτσι, η Κύπρος αναμένεται να υπογράψει και τυπικά τη συμφωνία για το μνημόνιο στα μέσα Απριλίου. Τα μέτρα που ήδη έχουν συμφωνηθεί και επικυρωθεί ομόφωνα από τη Βουλή προβλέπουν: αναστολή της Α.Τ.Α. (Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή των μισθών) για όσο διαρκέσει το πρόγραμμα και επαναφορά της κατά το ήμισυ μετά το τέλος του μνημονίου, διατήρηση του 13ου μισθού και καμία περικοπή στους χαμηλόμισθους (έως 1.000 ευρώ) τον πρώτο χρόνο και μείωση μέχρι 3% από τον δεύτερο και μετά, αύξηση φόρων σε καπνό, αλκοόλ και καύσιμα, καθώς και στο Φ.Π.Α., και παράλληλα μείωση δαπανών σε δημόσια υγεία και συντάξεις. Τέλος, δεν λείπουν και οι απολύσεις από τον δημόσιο τομέα με αρχή τη μη ανανέωση των συμβάσεων σε περίπου χίλιους ωρομίσθιους.

Ιδιαίτερη σημασία έχει ο τρόπος με τον οποίο αναλύθηκε η οικονομική κρίση από το κόμμα της κυπριακής Αριστεράς. Από το τέλος του 2011, η ανεργία είχε αυξηθεί κατά 50%. Παράλληλα, ήταν κοινό μυστικό ότι η οικονομική άνθηση του νησιού οφειλόταν στην ανάπτυξη της αγοράς ακινήτων, με αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας χρηματοπιστωτικής φούσκας παρόμοιας με αυτήν της Ιρλανδίας. Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση του Α.Κ.Ε.Λ. επιδόθηκε σε μια απόπειρα καθησυχασμού της κυπριακής κοινωνίας. Αξιωματούχοι, στελέχη, ακόμα και ο ίδιος ο Χριστόφιας, επαναλάμβαναν ότι η κυπριακή οικονομία είναι θωρακισμένη και ότι το κυπριακό κράτος έχει τη δυνατότητα να εγγυηθεί τη σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος. Έδιναν ιδιαίτερη έμφαση στις ιδιαιτερότητες της κυπριακής οικονομίας, αποσυνδέοντας έτσι την κυπριακή περίπτωση από την παγκόσμια οικονομική κρίση. Κυριάρχησε, επομένως, μια απλουστευτική ανάλυση για την παγκόσμια οικονομική κρίση, τους τρόπους διαχείρισής της και αλλά και την προστασία των εργατικών και κοινωνικών κατακτήσεων.

Ο Χριστόφιας και η κυβέρνηση του Α.Κ.Ε.Λ. επιδόθηκαν σε ένα σαφάρι εξεύρεσης του «καλύτερου δανειστή», το οποίο γρήγορα αποδείχθηκε ανώφελο. Όταν αυτό έγινε πλέον ηλίου φαεινότερον, το Α.Κ.Ε.Λ. άρχισε να επιρρίπτει ευθύνες στον τότε πρόεδρο της Κεντρικής Τράπεζας Αθανάσιο Ορφανίδη για την ανοχή του στο παιχνίδι των δύο μεγάλων κυπριακών τραπεζών, οι οποίες συνέχιζαν να αγοράζουν ελληνικά ομόλογα και μάλιστα μέσω Γερμανίας. Αν και υπήρχε πράγματι σοβαρό πολιτικό και ηθικό πρόβλημα με τη στάση του Ορφανίδη σε αυτή τη στρατηγική, το Α.Κ.Ε.Λ. επιχείρησε να πείσει ότι υπεύθυνος για τα προβλήματα του κυπριακού οικονομικού συστήματος ήταν ένας οικονομικός παράγοντας ο οποίος, είτε από ιδεολογική επιλογή είτε από παραλείψεις, οδήγησε τη χώρα σε αυτό το σημείο. Έτσι, ενισχύθηκε εκ μέρους του κόμματος και της κυβέρνησης μια προσπάθεια αποποίησης ευθυνών και παράλληλα η άποψη περί διαχωρισμού της κυπριακής περίπτωσης από την κρίση χρέους της υπόλοιπης Ευρωζώνης.

Με αυτή την ανάγνωση, το Α.Κ.Ε.Λ. εξακολουθούσε να μην αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο θεμελιώθηκε το ελληνοκυπριακό χρηματιστηριακό κεφάλαιο, στο μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης από το 1974 και μετά, αλλά και στις υπόγειες διαδρομές ρωσικών και σερβικών κεφαλαίων στο νησί, οι οποίες ενισχύθηκαν ιδιαίτερα την τελευταία δεκαετία. Επιπλέον, σε μια εποχή όπου οι αντιθέσεις κεφαλαίου-εργασίας εντείνονται, το Α.Κ.Ε.Λ. επέμενε να μην αναθεωρεί τη διαχρονική του στρατηγική περί διατήρησης της «εργατικής ειρήνης». Αυτές οι επιλογές, που προσομοιάζουν με τις θέσεις της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, μείωσαν προοδευτικά τη δυνατότητα της κυπριακής Αριστεράς να παρεμβαίνει σε θέματα που αφορούν την οργάνωση των κοινωνικών και εργατικών διεκδικήσεων. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, το Α.Κ.Ε.Λ. έχει μετατραπεί σε ένα κόμμα εξουσίας, αποκομμένο σε μεγάλο βαθμό από τις κοινωνικές διεργασίες, γεγονός που αντανακλάται και στις συνεχείς απόπειρες για συνεργασία με τα κόμματα του Κέντρου. Οι τελευταίες εξελίξεις πάντως ίσως οδηγήσουν το Α.Κ.Ε.Λ. σε μια αλλαγή στάσης. Ήδη το κόμμα της κυπριακής Αριστεράς έχει διατυπώσει την άποψη περί απεγκλωβισμού από την τρόικα, ενώ φαίνεται να επεξεργάζεται και τη θέση περί εξόδου από την Ευρωζώνη και επιστροφής στο εθνικό νόμισμα. Η ανάλυση πάντως του Α.Κ.Ε.Λ. παραμένει σε μεγάλο βαθμό «κυπροκεντρική», καθώς επιμένει να δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην προσπάθεια των ξένων, με πρόσχημα την οικονομική κρίση, να αποκομίσουν οφέλη από το φυσικό αέριο της Κύπρου.

Το Μαρί επισκίασε τα πάντα

Ο Χριστόφιας εκλέχτηκε με σαφείς δεσμεύσεις για φορολόγηση της Εκκλησίας, εκπαιδευτική μεταρρύθμιση σε προοδευτική κατεύθυνση και αξιοκρατία. Εντούτοις μετά το πέρας της πενταετίας ο απολογισμός σε αυτά τα σημεία είναι αρνητικός.
Αρχικά φάνηκε ότι οι προθέσεις της κυβέρνησης είναι να θέσει την Εκκλησία στο περιθώριο των πολιτικών εξελίξεων. Έτσι, για πρώτη φορά διορίστηκε υπουργός Παιδείας χωρίς την έγκριση του αρχιεπισκόπου, ενώ παράλληλα ξεκίνησαν να διατυπώνονται οι πρώτες δημόσιες θέσεις για τη φορολόγηση του εκκλησιαστικού πλούτου. Οι αντιδράσεις του εκκλησιαστικού και του φιλοεκκλησιαστικού κατεστημένου τόσο για την αλλαγή των βιβλίων ιστορίας όσο και για τη φορολόγηση δεν επέτρεψαν την ολοκλήρωση αυτών των εξαγγελιών. Ο Χριστόφιας αναγκάστηκε να αντικαταστήσει τον Α. Δημητρίου στο Υπουργείο Παιδείας με τον αρεστό στην Αρχιεπισκοπή Γ. Δημοσθένους. Όσον αφορά την εκκλησιαστική φορολογία, η κυβέρνηση και η Αρχιεπισκοπή κατέληξαν σε έναν «ιστορικό συμβιβασμό» που προβλέπει τη μερική φορολόγηση της πανίσχυρης Εκκλησίας της Κύπρου.

Η πενταετία Χριστόφια επισκιάστηκε από την έκρηξη στο Μαρί και τον θάνατο δεκατριών στρατιωτικών. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση χειρίστηκε αυτή την κρίση που χαρακτηρίστηκε ως η σημαντικότερη μετά την τουρκική εισβολή. Οι δημόσιες τοποθετήσεις του Χριστόφια για την έκρηξη και η αποφυγή ανάληψης ευθυνών συνέτειναν στο να χάσει κάθε κοινωνικό έρεισμα. Οι Αγανακτισμένοι που συγκεντρώθηκαν αμέσως έξω από το Προεδρικό Μέγαρο δεν είχαν καμιά σχέση με τα αντίστοιχα κινήματα στην Ελλάδα και την Ισπανία. Από τις πρώτες κιόλας μέρες κυριάρχησε η παρουσία ακροδεξιών και συντηρητικών οργανώσεων, οι οποίες διαδήλωναν κατά του «γιου της πλύστρας», ενώ σφοδρή ήταν η αντίδρασή τους όταν η κυβέρνηση αποφάσισε να προχωρήσει στην αγορά ρεύματος από το βόρειο τμήμα του νησιού. Η συντηρητική ρητορική και συνθηματολογία αυτού του κινήματος συσπείρωσε προς την αντίθετη κατεύθυνση μια σημαντική μερίδα αριστερών και προοδευτικών πολιτών, οι οποίοι έσπευσαν να υπερασπιστούν όχι τόσο το πρόσωπο του Χριστόφια αλλά συνολικότερα την Αριστερά και την προοπτική της ειρηνικής συμβίωσης με τους Τουρκοκυπρίους. Η ομάδα αυτή όμως γρήγορα απογοητεύτηκε καθώς διαψεύστηκε η πεποίθησή της ότι η κυβέρνηση του Α.Κ.Ε.Λ. θα προχωρούσε σε τομές τόσο στο Κυπριακό όσο και στο επίπεδο της οικονομίας.

Αντί επιλόγου

Η πενταετία Χριστόφια θεωρήθηκε μία από τις πλέον αποτυχημένες της κυπριακής ιστορίας. Η κυπριακή Αριστερά διέψευσε τις προσδοκίες, σύμφωνα με τις οποίες η διακυβέρνηση του Α.Κ.Ε.Λ. θα μπορούσε να προχωρήσει σε βαθιές τομές σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο. Αντίθετα, επέλεξε μια μετριοπαθή στάση απέναντι στα κυρίαρχα οικονομικά και κοινωνικά συμφέροντα, με συμβιβασμούς των αρχικών του εξαγγελιών, πιστεύοντας ότι με αυτόν τον τρόπο θα εδραιώσει την παρουσία του στην εξουσία. Αυτή η εκτίμηση αποδείχθηκε όνειρο θερινής νυκτός, καθώς με την υιοθέτηση μιας συμβιβαστικής τακτικής η κυπριακή Αριστερά αποδείχθηκε εύκολος στόχος για τους αντιπάλους της.

Πηγή: Ηλεκτρονικό περιοδικό «Χρόνος»

12 Φεβ 2013

Η Ριζοσπαστική Αριστερά μπροστά στην εποχή των μνημονίων


Και ενώ ο πλανήτης βιώνει τη μεγαλύτερη κρίση του καπιταλισμού μετά το 1930, η Κύπρος δεν θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστη. Την κρίση στην Κύπρο, την οποία προκάλεσε ο τυχοδιωκτισμός της οικονομικής ελίτ του τόπου και του τραπεζικού συστήματος, την πληρώνουν οι εργαζόμενοι. Η επιβολή του μνημονίου, είναι ουσιαστικά η μετάθεση στους ώμους των ανθρώπων της εργασίας, της ζημιάς που προκάλεσε η απληστία της οικονομικής ελίτ του κεφαλαίου και των τραπεζών για υπερκέρδη, στα πλαίσια της νεοφιλελεύθερης επίθεσης του καπιταλισμού. Αναπόφευκτα, το ένα μνημόνιο θα φέρει το άλλο, σ’ ένα φαύλο κύκλο που θα οδηγεί την κοινωνία προς τα πίσω, καθώς η ανεργία θα αυξάνεται, η φτωχοποίηση θα εντείνεται και η υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου και η όξυνση των ανισοτήτων θα προχωρά. Η Κύπρος θα μπει οριστικά και ολοκληρωτικά υπό την ομηρία του νεοφιλελευθερισμού. Παράλληλα, είναι ορατός πλέον ο κίνδυνος τής περαιτέρω ενίσχυσης του εθνικισμού, του ρατσισμού και των φασιστικών ιδεών.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες διεξάγονται οι προεδρικές εκλογές. Η Δεξιά είναι προ των πυλών να κυβερνήσει ξανά με τον Αναστασιάδη, τον γνησιότερο εκφραστή του ντόπιου και ξένου κεφαλαίου στην Κύπρο. Ήδη έχουμε σημαντικές μειώσεις στους πραγματικούς μισθούς και στο βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων, ενώ στην ατζέντα των εργοδοτικών οργανώσεων και των πολιτικών προστατών τους, μπήκαν μ’ ένα επιθετικό τρόπο θέματα όπως, η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, η περαιτέρω μείωση των μισθών και των ωφελημάτων, η μείωση των συντάξεων και των κοινωνικών παροχών γενικά, η ιδιωτικοποίηση κερδοφόρων ημικρατικών οργανισμών, η οριστική και συνολική κατάργηση της ΑΤΑ και του 13ου μισθού όπου ακόμα υπάρχουν. Η εκλογή του Αναστασιάδη θα υποθάλψει αυτήν την επιθετικότητα.

Η επιστροφή της Δεξιάς στην κυβέρνηση σ’ αυτή την κρίσιμη συγκυρία, οριστικοποιήθηκε από τη στιγμή που η πρώτη αριστερή διακυβέρνηση του τόπου δεν κινητοποίησε την κοινωνία. Η διακυβέρνηση Χριστόφια, δεν ξέφυγε από τη λογική διαχείρισης τού υπάρχοντος συστήματος και ούτε καν επιχείρησε ουσιαστικά να πραγματοποιήσει κάποιες σημαντικές μεταρρυθμίσεις μέσα σε αυτό. Ακολούθησε πολιτικές και πρακτικές που, τις περισσότερες φορές, ακολούθησαν και οι προηγούμενοι δεξιοί πρόεδροι.

Ασφαλώς και η πρώτη αριστερή διακυβέρνηση του τόπου δέκτηκε πόλεμο. Ασφαλώς και είχε τη μόνιμη αντιπαλότητα της «κυβερνώσας βουλής», των ΜΜΕ, της Εκκλησίας. Αλλά, αυτό ήταν αναμενόμενο, από πολύ γρήγορα εντελώς προβλέψιμο και ακριβώς αντιμετωπίσιμο μόνο με ριζοσπαστικές τομές στο κράτος και την οικονομία που θα βασίζονταν σε μια στροφή της αριστερής κυβέρνησης προς την κοινωνία για να συμμετέχει και να στηρίξει μια πραγματική αλλαγή, προς την κατεύθυνση της “δίκαιης κοινωνίας”. Η κυβέρνηση Χριστόφια όμως δεν προσπάθησε καν να πετύχει το μέγιστο που θα μπορούσε, να τα βάλει με πράγματα και καταστάσεις, με το κάθε λογής κατεστημένο, να κερδίσει μαζί της σε αυτόν τον αγώνα τον καθημερινό άνθρωπο, να κερδίσει την κοινωνία. Αντίθετα, ενέδωσε στις πιέσεις και δεν κινητοποίησε ούτε καν τα ίδια τα μέλη και τους υποστηρικτές του ΑΚΕΛ. Σε ζητήματα όπως π.χ., η αύξηση του εταιρικού φόρου, αναδιπλώθηκε και υιοθέτησε, μόλις μερικούς μήνες μετά, τις θέσεις της Δεξιάς. Όχι μόνο δεν διανοήθηκε να μεταρρυθμίσει το υφιστάμενο φορολογικό σύστημα για να υλοποιήσει το σύνθημα της φορολόγησης του πλούτου, αλλά αντίθετα προχώρησε σε φορολογική αμνηστία και έδωσε φορολογικές ελαφρύνσεις και κίνητρα στο κεφάλαιο για να γίνει “ανάπτυξη”. Στο Κυπριακό, παρά την αρχική πρόοδο στις συνομιλίες, δεν έκανε τίποτε για να καλλιεργήσει κουλτούρα επανένωσης και σήμερα, με τις συνομιλίες σε αδιέξοδο και τα χρόνια να περνούν, η διχοτόμηση είναι πιο εδραιωμένη παρά το 2008. Στην Παιδεία, ενώ άρχισε ένα σημαντικό έργο, πολύ σύντομα και πάλι ενέδωσε στις πιέσεις του συντηρητισμού περιοριζόμενη σε κυρίως τεχνικής φύσης αλλαγές. Στο Στρατό, δεν τόλμησε αυτή η κυβέρνηση να υλοποιήσει την υπόσχεσή της για μείωση της θητείας, ούτε φυσικά να μειώσει τους εξοπλισμούς ή να εκθέσει αυτόν τον παραλογισμό του στρατού. Σε κεντρικά ζητήματα όπου θα μπορούσε να αφήσει και το στίγμα της και σημαντικές παρακαταθήκες για το μέλλον, δεν το έκανε και απλά ακολούθησε την καθιερωμένη πολιτική πεπατημένη.

Αυτή η κυβέρνηση είχε την ευκαιρία, με τη μεγαλειώδη στήριξη που της έδωσε ο κόσμος της Αριστεράς μετά τα γεγονότα στο Μαρί, να κάνει μια νέα αρχή. Όχι απλά να προστατεύσει την αξιοπρέπεια της πρώτης αριστερής διακυβέρνησης, αλλά και να δείξει ότι μπορεί να κυβερνήσει διαφορετικά, ότι είναι διατεθειμένη να μιλήσει με αριστερή γλώσσα, ότι μπορούσε να ριζοσπαστικοποιήσει την πολιτική της. Αντίθετα, κυβέρνηση και ΑΚΕΛ κινήθηκαν δεξιότερα μετά το καλοκαίρι του 2011. Η επιλογή Μαλά εντάσσεται ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο, της παραδοχής της ηγεσίας του ΑΚΕΛ ότι δεν μπορεί και ούτε θέλει να πρωτοπορήσει σε μια δύσκολη εποχή. Με την επιλογή Μαλά δεν εκφράζεται καμιά κοινωνική αντίσταση. Εκφράζεται μόνο η ατολμία της ηγεσίας του ΑΚΕΛ και η έλλειψη οράματος. Με τον Μαλά εκφράζεται η αντίληψη ενός «υποφερτού μνημονίου», εκφράζεται η λογική της εθνικής ενότητας, η επιστροφή στον Μακάριο και στις «πατριωτικές δυνάμεις», η αποδοχή της δεξιάς ιστορικής αφήγησης (εξύμνηση του αγώνα της ΕΟΚΑ από τον Μαλά), εκφράζεται ακόμα ο συντηρητισμός σε μια σειρά ζητημάτων, το πισωγύρισμα και ο συμβιβασμός.
Ο κόσμος της ευρύτερης Αριστεράς γενικά, αλλά και πολλοί προοδευτικοί πολίτες, νιώθουν έντονα την αποτυχία της πρώτης αριστερής κυβέρνησης να εμπνεύσει. Αντιλαμβάνονται επίσης το αναπόφευκτο της νίκης του κύριου ηγέτη της Δεξιάς. Πολλοί θα ψηφίσουν Μαλά απλά από συνήθεια ή κομματικό πατριωτισμό, άλλοι μέσα στα πλαίσια του διαχρονικού συνθήματος για το “μη χείρον βέλτιστον”, ενώ πολλοί άλλοι, νιώθοντας ότι θα πρέπει να στηρίξουν την όποια επιλογή του ΑΚΕΛ ενάντια στη Δεξιά. Κάποιοι δυστυχώς θα στραφούν στο λαϊκιστή και εθνικιστή Λιλλήκα. Πολλοί θα απέχουν, μεταξύ τους χιλιάδες νέοι και νέες καθώς δεν βρίσκουν κάτι που να έχει ιδιαίτερο νόημα σε αυτή την εκλογική αναμέτρηση. Είναι φανερό ότι λείπει από αυτούς όλους τους ανθρώπους η πίστη και ο ενθουσιασμός. Αυτή η αναμέτρηση γίνεται μεν μέσα σε πολύ άσχημες και σχεδόν δραματικές συνθήκες, την ίδια ώρα όμως, είναι εν πολλοίς προκαθορισμένη η έκβασή της, σχετική η σημασία της για τα κεντρικά ζητήματα και για μεγάλο μέρος της κοινωνίας αδιάφορη, τυπική και συνηθισμένη.
Συνυπολογίζοντας όλα αυτά, για εμάς που υπογράφουμε αυτό το κείμενο, και που εκφράζουμε την θέση της πλειοψηφίας των μελών της ΕΡΑΣ που τοποθετήθηκαν υπέρ τής μη στήριξης κανενός υποψηφίου στη συνέλευση στις 17/11/2012, (//erascy.blogspot.com/2012/12/blog-post_4.html ) η κριτική στήριξη Μαλά δεν μπορεί να λειτουργήσει σαν αριστερή καταγραφή, μόνο και μόνο επειδή στηρίζεται από το ΑΚΕΛ. Αυτό θα ίσχυε εάν η πολιτική του πρόταση προετοίμαζε, έστω και στοιχειωδώς, το έδαφος της πάλης ενάντια στις μνημονιακές πολιτικές. Σ’ αυτή τη βάση, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ένας υποψήφιος που δεν εκφράζει μια πραγματική αριστερή πρόταση μέσα στην κρίση. Ψήφος στον Μαλά σ’ αυτή τη συγκυρία, θα ερμηνευτεί ουσιαστικά ως μια επικύρωση της διαχειριστικής πολιτικής του ΑΚΕΛ και της λογικής του συμβιβασμού με το νεοφιλελευθερισμό. Θα αποτυπωθεί “αντικειμενικά” ως επιβράβευση του πισωγυρίσματος και της παραδοχής της ηγεσίας του ΑΚΕΛ ότι αδυνατεί να πρωτοπορήσει και να κατευθύνει την κοινωνία στην εξέλιξη. Θα συνιστά στην πράξη, επικρότηση μιας ηγεσίας ενός αριστερού κόμματος που επιλέγει κεντρώες πολιτικές. Παρόλα αυτά κατανοούμε τους συντρόφους/ισσες που κάνουν αυτή την επιλογή και σεβόμαστε την άποψή τους ότι “δεν έχουν άλλη επιλογή”, παρόλο που διαφωνούμε και στην προσέγγιση του ζητήματος ,αλλά εν τέλει και στην ένταση της τοποθέτησης.

Για εμάς, το διακύβευμα δεν είναι το ποια θα είναι τα ποσοστά του ΑΚΕΛ και του υποψηφίου του, ούτε με ποιο ποσοστό θα εκλεγεί ο Αναστασιάδης. Το πραγματικό διακύβευμα είναι κατά πόσο η Αριστερά στην ολότητά της, μαζί με τον καθημερινό άνθρωπο της δουλειάς, θα μπορέσουν να συγκροτήσουν ένα μέτωπο αντίστασης ενάντια στις μνημονιακές πολιτικές. Θεωρούμε ότι η υποψηφιότητα Μαλά δεν μπορεί, σε καμιά περίπτωση, να αποτελέσει ανάχωμα μπροστά στις νεοφιλελεύθερες πιέσεις. Εξάλλου, τόσο ο ίδιος, όσο και η ηγεσία του ΑΚΕΛ, φρόντισαν με τη στάση τους να το επιβεβαιώσουν. Ανάχωμα θα είναι αύριο, οι αγώνες στους δρόμους, στους τόπους δουλειάς, τα κοινωνικά κινήματα αντίστασης που θα ξεπροβάλουν. Το πιο μεγάλο ανάχωμα όμως, θα αποτελέσει η ίδια η συνειδητοποίηση των αριστερών αγωνιστών/ριων, των συνδικαλιστών/ριων, των νέων εργαζομένων, ότι επιβάλλεται να χαραχτεί ένας νέος δρόμος, τολμηρός, μακριά από συμβιβασμούς με το κατεστημένο, ο οποίος θα οδηγεί την κοινωνία μπροστά.
Υπογράφουν:
Μάριος Θρασυβούλου
Γρηγόρης Ιωάννου
Αντωνία Λύρα


14 Δεκ 2012

Το ΑΚΕΛ μπροστά στο Μνημόνιο: μια αριστερη διακυβερνηση σε πορεία υποχωρήσεων, απογοητεύσεων και δακρύων. Του Χρήστου Τσέλιου

Η τελική συμφωνία κυβέρνησης - τρόικας σχετικά με τους όρους δανεισμού της κυπριακής δημοκρατίας για την κάλυψη των αναγκών ανακεφαλαιοποίησης των κυπριακών τραπεζών και του δημοσιονομικού ελλείμματος της κυβέρνησης, σήμανε και τους τίτλους τέλους ενός συνεχιζόμενου δράματος εβδομάδων για την επιτυχή ή μη κατάληξη των διαπραγματεύσεων.

Σε συνθήκες κορύφωσης της πολιτικής πίεσης από το σύνολο του υπόλοιπου πολιτικού φάσματος προς το ΑΚΕΛ και μια ενορχηστρωμένη από τα ΜΜΕ και την ντόπια οικονομική ολιγαρχία καλλιέργεια ενός ασφυκτικού κλίματος μιας αιωρούμενης απειλής άτακτης και γενικευμένης χρεοκοπίας του κυπριακού κράτους, η κυβέρνηση Χριστόφια ακολουθεί και αυτή με τη σειρά της ένα γνώριμο, αν και καταστροφικό για την κοινωνία δρόμο.

Όπως και όλες οι υπόλοιπες κυβερνήσεις του ευρωπαϊκού νότου, η κυβέρνηση Χριστόφια καλείται να απαντήσει στο πρόβλημα διαχείρισης της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης -όπως αυτή εξελίσσεται τα τελευταία 4 χρόνια ,αλλά και ξεδιπλώνεται πάνω στις επιμέρους ιδιαιτερότητες της οικονομίας κάθε χώρας- ακολουθώντας πιστά το δόγμα μιας οικουμενικά κυρίαρχης νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης που προστάζει τη μεταφορά του βάρους της κρίσης στην κοινωνία και πρωτίστως στον κόσμο της μισθωτής εργασίας.

Το τι θα επακολουθήσει είναι λίγο πολύ αναμενόμενο. Η αναχρηματοδότηση των τραπεζών με χρήματα των φορολογουμένων θα εξαϋλωθεί αυτομάτως ως λογιστικό υπόλοιπο. Διοχέτευση ρευστού από τις τράπεζες προς την αγορά ασφαλώς και δεν θα υπάρξει (αυτά είναι παραμύθια για μικρά παιδιά ..), ενώ απεναντίας η εφαρμογή του μνημονίου μαζί με την περιστολή δημόσιων επενδύσεων και κοινωνικών δαπανών θα σημάνει τον εγκλωβισμό της κυπριακής οικονομίας σε ένα καθοδικό σπιράλ ύφεσης όπου η αναμενόμενη νέα κάμψη της οικονομικής δραστηριότητας θα διευρύνει τα δημόσια ελλείμματα  θα εντείνει τον οικονομικό ανταγωνισμό και την συγκεντροποίηση κεφαλαίων, ενώ παράλληλα θα επιταχύνει την απόσυρση κεφαλαίων από παραγωγικές επενδύσεις προς το σταθερό χρηματοπιστωτικό περιβάλλον άλλων φορολογικών παραδείσων. Τι θα μείνει πίσω λοιπόν;

Πολύ πριν από την τελική νομοθετική ρύθμιση της συμφωνίας της κυβέρνησης με την τρόικα  από την πρώτη κιόλας στιγμή που έγινε αντιληπτή η έκθεση της κυπριακής οικονομίας στην παγκόσμια χρηματιστηριακή κρίση, είδαμε τους “αόρατους” μηχανισμούς αυτορύθμισης της ελεύθερης αγοράς να λειτουργούν μέσα στο νέο οικονομικό περιβάλλον του νησιού. Η διεύρυνση της ανεργίας, η ολοένα και μεγαλύτερη πίεση στους εργαζόμενους και τις εργαζόμενες για μειώσεις μισθών, απλήρωτη υπερωριακή εργασία, κατάργηση του 13ου και της ΑΤΑ, περιστολή εργατικών δικαιωμάτων και των ευρύτερων συλλογικών ρυθμίσεων έλαβε χώρα για την τεράστια πλειοψηφία των μισθωτών εργαζόμενων (που απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα) πολύ πριν από οποιαδήποτε συμφωνία της κυβέρνησης με την τρόικα  Οι διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν μεταξύ των λεγόμενων κοινωνικών εταίρων, και ιδίως μεταξύ των συντεχνιών και του κράτους για την τελική διαμόρφωση των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων, ήρθαν για να επικυρώσουν την έκταση των αλλαγών που είχαν ήδη λάβει χώρα μέσα στην κυπριακή αγορά εργασίας, δίνοντας με ένα συμβολικό τρόπο το μήνυμα  ενός νέου συσχετισμού κοινωνικών δυνάμεων που μόλις είχε διαμορφωθεί.

Και όλα αυτά, κυριολεκτικά κάτω από τη μύτη μιας αριστερής κυβέρνησης που με κάθε ευκαιρία διακηρύσσει τη στοχοπροσήλωσή της στα συμφέροντα του εργαζόμενου λαού, ως ειδοποιό διαφορά του δικού της πολιτικού προσανατολισμού έναντι όλων των υπόλοιπων κομμάτων.

Είναι όμως έτσι τα πράγματα ή μήπως και μεις παρασυρθήκαμε για μια στιγμή από την επικοινωνιακή πολιτική του ΑΚΕΛ; Για να απολογίσουμε τη στάση του ΑΚΕΛ μπροστά σε αυτήν την οικονομική κρίση θα ήταν ίσως καλύτερα εάν φέρναμε στο νου μας μια δύο χαρακτηριστικές αποκρίσεις του κόμματος μέσα σε αυτήν περίοδο.

Να θυμίσουμε καταρχήν πως για μια μεγάλη περίοδο από τη στιγμή που άρχισε να γίνεται λόγος για την έκθεση των κυπριακών τραπεζών στο ελληνικό χρέος, το ΑΚΕΛ, από τη θέση της κυβέρνησης, δεν φρόντιζε για τίποτα άλλο παρά για να καθησυχάζει τον εργαζόμενο κόσμο της Κύπρου για την θωράκιση της κυπριακής οικονομίας, τη δυνατότητα του κράτους να εγγυηθεί την επανασταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος, την ιδιομορφία της περίπτωσης της Κύπρου από την περίπτωση της Ελλάδος (και επομένως την αποσύνδεση του κυπριακού προβλήματος από την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση) και την αισιοδοξία του για το αποτέλεσμα των κυοφορούμενων ευρωπαϊκών διαπραγματεύσεων που θα ρύθμιζαν συνολικά την κρίση χρέους.

Αυτό που θα έπρεπε να προβληματίζει κάθε αριστερό και αριστερή συντρόφισσα, εντός και εκτός ΑΚΕΛ, στις τοποθετήσεις του ΑΚΕΛ εκείνη την εποχή, δεν ήταν μόνο μια μονοδιάστατη και επικοινωνιακού τύπου διαχείριση της κρίσης (δηλώσεις για τον καθησυχασμό δήθεν των διεθνών αγορών, την τόνωση της αυτοπεποίθησης της εγχώριας αγοράς και άλλα τέτοια φαιδρά), όσο η απουσία μιας οποιασδήποτε σύνδεσης της ασκούμενης κυβερνητικής πολιτικής με την προσπάθεια θωράκισης των εργατικών και κοινωνικών κατακτήσεων του κυπριακού λαού μπροστά στα άγρια ταξικά ένστικτα της κυπριακής ολιγαρχίας, που από την μεριά της προετοίμαζε ήδη για λογαριασμό της, τους όρους έπιβολής ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου στην κυπριακή κοινωνία.

Το ΑΚΕΛ αντί να υπερασπιστεί την εργατική τάξη και τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα που βρέθηκαν εξ’ αρχής στο στόχαστρο του κεφαλαίου (με τη δύναμη της οργάνωσής του και τη μαζικότητά του, τη δικτύωση των μαζικών οργανώσεών του μέσα στην κοινωνία, τη δράση της ΠΕΟ ως της μεγαλύτερης συντεχνίας εργαζομένων της Κύπρου, τη σύγκρουση της κυβέρνησης με την εργοδοσία, το κυνηγητό της φοροδιαφυγής, των φοροαπαλλαγών, της μαύρης και ανασφάλιστης εργασίας κτλ κτλ) προτίμησε αντ’ αυτού να κυνηγάει ρώσικα δάνεια στη θάλασσα του εφησυχασμού.

Επέτρεψε για τον εαυτό του την ευκολία μιας τόσο χυδαία απλουστευτικής όσο και λανθασμένης θεώρησης της κυπριακής κρίσης. Η κρίση χρέους της χώρας παρουσιάστηκε ως λογιστική άσκηση εύρεσης του κατάλληλου δανειστή στη διαπλοκή της με ένα προεκλογικό παιχνίδι εντυπώσεων για τον ευρύτερο γεωπολιτικό προσανατολισμό της κυβέρνησης του ΑΚΕΛ έναντι των ανθυποψηφίων του.

Αντί να κατανοήσει την κρίση χρέους ως ένα μηχανισμό διεύρυνσης των περιφερειακών ανισοτήτων που γεννά ο ίδιος ο χαρακτήρας μιας ανισομερούς και συνδυασμένης ανάπτυξης των ανεπτυγμένων δυτικοευρωπαικών οικονομιών στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, το ΑΚΕΛ προτίμησε απλώς  να στοιχηματίσει σε μια τρίπλα που φαντάστηκε πως θα μπορούσε να κάνει στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Στο τέλος βέβαια -είτε η ηγεσία του κόμματος το καταλάβαινε εξ’ αρχής και σκοπίμως παραπλανούσε την κυπριακή κοινή γνώμη, είτε πράγματι το αγνοούσε- η Κύπρος (παρά τη μικρή της συνεισφορά στο ευρωπαϊκό ΑΕΠ), δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση στο χάρτη μιας νέας παγκόσμιας οικονομικής αρχιτεκτονικής που θα διαμόρφωσαν οι παγκόσμιες οικονομικές ελίτ ως απάντηση στην δομική κρίση του καπιταλισμού. Η δική της μοίρα βρέθηκε σε μεγάλο βαθμό επικαθορισμένη από τους συσχετισμούς δύναμης που διαμορφώνονταν εντός της ΕΕ και το πολιτικό σχέδιο εξόδου από την κρίση που σε συντονισμό οι άρχουσες τάξης της Ευρώπης θα υιοθετούσαν υπό την ηγεμονία των πιο δυναμικών τμημάτων του ευρωπαϊκού κεφαλαίου (συμπεριλαμβανομένου βεβαίως μερίδας του ελληνοκυπριακού κεφαλαίου). Μέσα σε αυτήν την νέα αναδιάταξη παγκόσμιων δυνάμεων, Ρωσία και ΕΕ συνέχισαν να στέκονταν από την ίδια μεριά.

Όταν λοιπόν τα μεγάλα παιχνίδια της γεωπολιτικής μάς τέλειωσαν, σειρά τότε πήρε ο πρώην τραπεζίτης, Αθ. Ορφανίδης, που ως απο μηχανής θεός, βρέθηκε στο διασταύρωμα των αντιπολιτευτικών πυρών μεταξύ ΑΚΕΛ και ΔΗΣΥ/ΔΗΚΟ για να χρεωθεί, λίγο πολύ, αυτός την κρίση της κυπριακής οικονομίας.

Το ΑΚΕΛ, προκειμένου να αποσιωπήσει της δικές του ευθύνες για το γεγονός πως το ίδιο παραδίδει τον κυπριακό λαό στην κόλαση των μνημονίων, θα υπερασπιστεί μια ερμηνεία της κρίσης σύμφωνα με το οποία υπεύθυνος για τον κλονισμό του οικοδομήματος επί του οποίου στηρίχθηκε η μεταπολεμική οικονομική ανάκαμψη της Κύπρου ήταν κυρίαρχα ο πρώην διοικητής της κεντρικής τράπεζας, που επιδεικνύοντας, σύμφωνα με την κυβέρνηση, μια πρωτοφανώς αυτοκαταστροφική συμπεριφορά, απείλησε με τις παραλήψεις και τα λάθη του, τη βιωσιμότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Κύπρου.  

Με αυτόν τον τρόπο η ηγεσία του κόμματος θα επιχειρήσει να διαχωρίσει την περίπτωση της Κύπρου από την κρίση χρέους όλου του υπόλοιπου ευρωπαϊκού νότου και ακολούθως να χρεώσει τις εξελίξεις που θα ακολουθήσουν στις προσωπικές ευθύνες ενός “κακού” και “αντιεπαγγελματία” τραπεζίτη. Σύμφωνα με αυτήν την συλλογιστική, η κυπριακή κρίση είναι μάλλον το αποτέλεσμα μιας λανθασμένης και ηθικά καταδικαστέας μεν, ατυχούς παρόλα αυτά, πολιτικής των κυπριακών τραπεζών. Επακόλουθο μιας δίχως σύνεσης δίψας εγχώριων χρηματιστηριακών κύκλων για το κυνήγι υπεραποδόσεων τραπεζικών προϊόντων που πρόσφερε η διεθνής αγορά.

Με αυτό το τρόπο θεμελιώδεις επιλογές του ελληνοκυπριακού χρηματιστηριακού κεφαλαίου σχετικά με τη στρατηγική της οικονομικής του επέκτασης μια ολόκληρη προηγούμενη περίοδο θα αποσιωπηθούν. Το μοντέλο της οικονομικής ανάπτυξης των τελευταίων 30 χρόνων στην Κύπρο θα αποσυνδεθεί από τις κυρίαρχες παγκόσμια, μετά την διεθνή οικονομική κρίση του 74-75,  τάσεις επαναθέρμανσης ενός νέου κύκλου επέκτασης της κερδοφορίας του κεφαλαίου βασισμένου σε μια απεριόριστη πιστωτική επέκταση και μια ολοένα και μεγαλύτερη χρηματιστικοποίηση κάθε πτυχής της οικονομίας που με την σειρά τους θα μας οδηγήσουν σε μια πρωταφανούς έκτασης χρηματιστηριακή  κερδοσκοπία -όπως εμφανίστηκε στην φούσκα της αγοράς ακινήτων και των υπεραποδόσεων ενός χαοτικού μωσαικού χρηματιστηριακών προϊόντων. Αλήθεια και αυτά ο Ορφανίδης τα έκανε;

Εάν μάλιστα πάρει κανείς στα σοβαρά τις τοποθετήσεις στελεχών του κόμματος που σποραδικά και σκόρπια έφταναν στο φώς της δημοσιότητας για το δομικό και συστημικό χαρακτήρα αυτής της κρίσης, την βαθιά και δομική κρίση αναπαραγωγής αυτού του κοινωνικού μοντέλου οργάνωσης της κοινωνίας που αναπότρεπτα και νομοτελειακά γεννά περιοδικές κρίσης ύφεσης κάτω από το βάρος των δικών του εσωτερικών αντιφάσεων, τότε θα πρέπει κανείς να προβληματιστεί πολύ σοβαρά για τον τρόπο με τον οποίο το ΑΚΕΛ πολιτεύεται επιχειρώντας να ισορροπήσει την πολιτική και ιδεολογική του ταυτότητα με μια κυνικά ρεαλιστική διάθεση προσαρμογής εντός του συστήματος.

Η αντίφαση αυτή μπορεί να ερμηνευτεί μόνο εάν κανείς αναγνωρίσει τις συνέπειες που φέρνει για το κόμμα η διαχρονικά διακηρυγμένη στρατηγική της ηγεσίας του να προσανατολιστεί συμφιλιωτικά με το αστικό πολιτικό σύστημα, αποζητώντας την ευρύτερη δυνατή συναίνεση στο εσωτερικό μέτωπο και τελικώς μια θέση στη μοιρασιά της εξουσίας όπου αυτή συγκεντρώνεται, σε κάθε βαθμίδα οργάνωσης της οικονομικής και πολιτικής ζωής του τόπου.

Είναι αυτός ο προσανατολισμός του ΑΚΕΛ για την εξουσία –καθόλου πρωτότυπος βέβαια μέσα στην αριστερά ήδη από την εποχή του Έντουαρντ Μπέρνσταϊν και της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας του περασμένου αιώνα- που σταδιακά αποξένωσε το μεγαλύτερο κόμμα της εργατικής τάξης της Κύπρου από κάθε στρατηγική για την αλλαγή της κοινωνίας, ενώ την ίδια στιγμή περιθωριοποίησε το ειδικό πολιτικό βάρος της οργανωμένης εργατικής τάξης στο εσωτερικό του και το γενικό πολιτικό προσανατολισμό του κόμματος.

Απο κόμμα οργάνωσης της εκμεταλλευόμενης από το κεφάλαιο εργατικής τάξης, κόμμα ιστορικά και προγραμματικά προσανατολισμένο στο αγώνα για την απαλλοτρίωση του κεφαλαίου και της αστικής τάξης, μεταμορφώθηκε σιγά σιγά σε ένα κόμμα εξουσίας, κόμμα μεταξύ άλλων και των επιχειρηματιών, που επέλεξε να διαμορφώσει εκ νέου την στρατηγική του πάνω σε μια ασταθή  και παροδικά μόνο διευρυμένη κοινωνική συναίνεση, που διαμόρφωσε μια προηγούμενη ιστορική περίοδο η ίδια η καπιταλιστική κυριαρχία. Είναι με αυτό το τρόπο που κανείς μπορεί να αναγνωρίσει το συμβιβασμό του ΑΚΕΛ με την ελληνοκυπριακή αστική τάξη, την κτηματομεσιτική κερδοσκοπία, τους developers και τα real estate, και βέβαια τους τραπεζίτες – αναντικατάστατους στο ρόλο τους για το κλείσιμο ενός οικονομικού “κυκλώματος” υπεραποδόσεων σε βάρος της πλειοψηφίας όλης της υπόλοιπης κοινωνίας. 

Σε αυτές λοιπόν τις συνθήκες, όπως διαμορφώνονται παγκόσμια και τοπικά, και μέσα σε μια από τις μεγαλύτερες κρίσεις που δοκίμασε ο σύγχρονος ανεπτυγμένος καπιταλισμός είναι όπου καταρρέουν εκκωφαντικά διαφόρων λογής μύθευμα για το τέλος δήθεν της ιστορίας και της πάλης των τάξεων, τις δυνατότητες τάχα αυτορύθμισης της ελεύθερης αγοράς, την συμφιλίωση της εργατικής τάξης με τους δυνάστες και εκμεταλλευτές της και τις δυνατότητες ενός αριστερού κόμματος να διαχειριστεί αρμονικά και πρός όφελος όλης της κοινωνίας το τιμόνι μιας καπιταλιστικής οικονομίας. Και είναι σήμερα που η αναγκαιότητα συγκρότησης των μεγαλύτερων δυνατών αντιστάσεων της κοινωνίας γίνεται όλο και επιτακτικότερη. Για να μην πληρώσει την κρίση ο λαός και να υπερασπιστεί αποφασιστικά και ενωτικά τις κοινωνικές κατακτήσεις που κέρδισε μέχρι σήμερα με την οργάνωσή του.

Για την επιτυχή όμως έκβαση αυτού του αγώνα σήμερα, περισσότερο από ποτέ άλλοτε, είναι επίσης αποφασιστική η αναγκαιότητα επανεπεξεργασίας ενός συλλογικού οράματος απελευθέρωσης της κοινωνίας από την δικτατορία των αγορών και του κεφαλαίου. Ενός αγώνα που θα εμπνεύσει ξανά την κοινωνία στο αγώνα για την χειραφέτησή της.

Όσοι και όσες αντιλαμβάνονται μέσα στην κυπριακή κοινωνία την επικαιρότητα αυτού του αγώνα, όσοι και όσες δεν καθησυχάζονται από τους δακρύβρεχτους λόγους συμπόνοιας και αλληλεγγύης του Χριστόφια προς τους εργαζόμενους και τις απατηλές υποσχέσεις για επανόρθωση των κοινωνικών αδικιών που διαχειρίστηκε η κυβερνώσα αριστερά του ΑΚΕΛ, θα κληθούν να διαδραματίσουν  αντικειμενικά ένα πρωτοπόρο ρόλο.

Σε αυτήν την πορεία η ΕΡΑΣ φιλοδοξεί να συναντηθεί και να συνδιαμορφώσει μαζί με όσους και όσες αναζητούν μια σύγχρονη αντικαπιταλιστική αριστερά.

  
Χρήστος Τσέλιος

4 Δεκ 2012

Catastroika αλά Κυπριακά; (Λεωνίδας Βατικιώτης, Φιλελεύθερος, 2 Δεκεμβρίου 2012)


Πρόσκαιρη θα αποδειχθεί πολύ σύντομα η ανακούφιση που προκάλεσε η κατ’ αρχήν συμφωνία εξαίρεσης της τηλεπικοινωνιακής εταιρείας CYTA από το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων που θα περιλαμβάνει το Μνημόνιο της κυβέρνησης με την Τρόικα. Οι εκπρόσωποι των δανειστών ξέρουν καλά ότι ο χρόνος κυλάει με το μέρος τους. Μπορούν δηλαδή να περιμένουν από τη στιγμή που θα επιτευχθεί το σημαντικότερο: Η Κύπρος να υπογράψει το επονείδιστο Μνημόνιο που θα την δέσει χειροπόδαρα στο άρμα των δανειστών. Έτσι δεν είχαν κανέναν λόγο να προκαλέσουν από τώρα οξύνσεις για ένα θέμα που σε πολύ λίγους μήνες θα φαντάζει κάτι παραπάνω από αυτονόητο, σχεδόν σωτηρία για την κυπριακή πολιτική ηγεσία.
Η εμπειρία της Ελλάδας είναι από πολλές πλευρές διδακτική, καθώς η βύθιση της χώρας στην ύφεση που προκάλεσαν τα διαδοχικά Μνημόνια και η αύξηση του δημόσιου χρέους σε πρωτοφανή επίπεδα κατά την διάρκεια της «σωτηρίας» μας (με αποτέλεσμα από 129% του ΑΕΠ το 2009, προ διάσωσης, να φτάσει στο 175% του ΑΕΠ το 2016) έκαμψε και τις τελευταίες αντιστάσεις του πολιτικού κόσμου απέναντι στις εξωφρενικές απαιτήσεις των εκπροσώπων των πιστωτών για ξεπούλημα κάθε ίχνους δημόσιας ακίνητης περιουσίας. Ως αποτέλεσμα αυτή τη στιγμή πουλιούνται ακόμη και νησιά. Έδειξαν και κάτι ακόμη τα παθήματα της Ελλάδας. Κατ’ αρχάς ότι η διαδικασία της εσωτερικής υποτίμησης που ακολουθείται μέσω της μείωσης μισθών, ημερομισθίων και συντάξεων και των κοινωνικών δαπανών, προκαλώντας βαθμηδόν μείωση πωλήσεων και κερδών σε όλη την έκταση της οικονομίας, οδηγεί στο ναδίρ την αξία των προς ιδιωτικοποίηση επιχειρήσεων. Πολύ ενδεικτικά και σύμφωνα με πρόσφατη αποκάλυψη μεγάλης εφημερίδας των Αθηνών τα αναμενόμενα κέρδη από την πώληση των δημοσίων επιχειρήσεων της Ελλάδας που πέρυσι εκτιμούνταν σε 50 δισ. τώρα αποτιμώνται – από το ταμείο ξεπουλήματος μάλιστα, το ΤΑΙΠΕΔ – μόλις σε 6,95 δισ. ευρώ. Γιατί λοιπόν η Τρόικα να μην περιμένει αφού ξέρει πολύ καλά ότι σε ένα χρόνο η CYTA θα μπορεί να πουληθεί σε πολύ καλύτερη τιμή; Περιττό δε να ειπωθεί πως η «καλή τιμή» δεν είναι η υψηλότερη που θα φέρει σημαντικά έσοδα στο κυπριακό δημόσιο αλλά η χαμηλότερη που θα δώσει την δυνατότητα στους ανταγωνιστές της CYTA να αποκτήσουν τις προηγμένες και αξιοζήλευτες υποδομές και το δίκτυο πελατών της έναντι πινακίου φακής.
Άλλωστε, αν το ζητούμενο ήταν η στήριξη των δημόσιων οικονομικών και της οικονομίας της Κύπρου το ιδιοκτησιακό καθεστώς της CYTA δεν έπρεπε να θιγεί. Με πλεόνασμα το 2011  64,2 εκ. ευρώ πριν τη φορολογία και 59,8 εκ. ευρώ μετά τη φορολογία κι αναμενόμενο για φέτος πλεόνασμα 71,4 εκ. ευρώ και 65,3 εκ. ευρώ, χώρια της συμβολής που έχει στην απασχόληση, προφέροντας εργασία σε 2.900 άτομα, η CYTA έχει μόνο καθαρή συμβολή στα δημόσια έσοδα! Σε εποχές κρίσης είναι οικονομική αυτοκτονία αλλαγές σαν κι αυτές που θέλει να προωθήσει η Τρόικα, οι οποίες μάλιστα έχουν σίγουρο αρνητικό αποτέλεσμα: πέρα από μια βραχυπρόθεσμη εισροή ρευστού την χρονιά της πώλησης, εξαφάνιση των όποιων πλεονεκτημάτων σε βάθος χρόνου.
Πέραν της οικονομικής πλευράς όμως η συζητούμενη πώληση της CYTA ενδέχεται να αποφέρει ένα συντριπτικό πλήγμα στα κυριαρχικά δικαιώματα και την ίδια την εθνική ασφάλεια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πρόκειται δε για διάσταση την οποία ο νεοφιλελευθερισμός θεωρούσε ανέκαθεν παρωχημένη και αστεία ή ότι όφειλε να λυθεί στο πλαίσιο της αγοράς, που σημαίνει να κυριαρχήσει το δίκαιο του ισχυρού. Είτε έτσι είτε αλλιώς η πρόσβαση που μπορεί να αποκτήσουν στα δίκτυα της CYTA εταιρείες και τεχνικοί αγνώστου προέλευσης, σε περίπτωση που πάψει να είναι ημιδημόσια επιχείρηση ενδέχεται να αποβεί καταστροφική, δούρειος ίππος!
Ευρύτερα, τόσο η πρόσφατη ελληνική όσο και διεθνής εμπειρία αποδεικνύουν ότι οι ιδιωτικοποιήσεις ποτέ δεν έφεραν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Η υιοθέτησή τους συνοδεύτηκε από άνοδο τιμών, υποβάθμιση παρεχόμενων υπηρεσιών, δημιουργία μονοπωλιακών καταστάσεων και εκτεταμένη διαφθορά. Εν ολίγοις …Catastroika. Αυτή μάλιστα είναι η εμπειρία των ΗΠΑ, της Γερμανίας, της Αγγλίας και άλλων ανεπτυγμένων χωρών. Γιατί η Κύπρος να αποτελέσει εξαίρεση;
http://leonidasvatikiotis.wordpress.com/2012/12/04/catastroika-%CE%B1%CE%BB%CE%AC-%CE%BA%CF%85%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AC-%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%8D%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82-2-%CE%B4%CE%B5%CE%BA%CE%B5%CE%BC%CE%B2%CF%81/

30 Νοε 2012

"Υποφερτό μνημόνιο" συμφώνησαν Χριστόφιας και τρόικα! του Μάνου Μαθιουδάκη


Το ακριβές ποσό για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών αναμένεται να ανακοινωθεί το Δεκέμβριο και εκτιμάται ότι θα είναι περίπου 10 δισ., με το συνολικό δάνειο να ανέρχεται στα 18 δισ., ποσό που ισοδυναμεί σχεδόν με ολόκληρο το ετήσιο ΑΕΠ της Κύπρου.

Το –κατά τον κυβερνητικό εκπρόσωπο– «υποφερτό μνημόνιο», αποτέλεσμα των δήθεν σκληρών διαπραγματεύσεων κυβέρνησης-τρόικας, επέτρεψε παρ’ όλα αυτά στη δεξιά αντιπολίτευση να ξεφυσήσει ανακουφισμένη. Και αυτό γιατί ξέρουν ότι η τακτική του «τραβάτε με και ας κλαίω» έχει διπλό όφελος για την αστική τάξη.  
Καταρχήν, η χώρα δένει την τύχη της με τις νεοφιλελεύθερες στρατηγικές διαχείρισης της κρίσης της ΕΕ και του ΔΝΤ. Η τακτική  της μνημονιακής οδού  και της εφαρμογής πολιτικών λιτότητας ως μονόδρομος για την αντιμετώπιση της κρίσης εδραιώνεται, αποτελώντας το κοινά συμφωνημένο πλαίσιο λήψης περαιτέρω αποφάσεων στο μέλλον.  
Ενδεικτικά, και σύμφωνα με τις πρώτες πληροφορίες, η ΑΤΑ (η διατήρηση της οποίας ήταν μία από τα κόκκινες γραμμές της κυβέρνησης κατά τις διαπραγματεύσεις) παγώνει μέχρι το 2016 και στη συνέχεια θ’ αποδίδεται σε ποσοστό 50%, με την προϋπόθεση ότι θα αναπτύσσεται η οικονομία.
Οι μισθοί στο δημόσιο τομέα αρχικά θα μειωθούν κλιμακωτά μεταξύ 6,5%-12,5% και σε δεύτερο στάδιο θα υπάρξουν μειώσεις μεταξύ 9,5%-15,5%, ενώ το όριο συνταξιοδότησης σε πρώτη φάση θ’ αυξηθεί σταδιακά στα 65 έτη και στη συνέχεια θ’ αυξάνεται κατά έξι μήνες κάθε πέντε χρόνια, μέχρι να φτάσει στα 67 έτη.
Κατά δεύτερο, είναι μία «κυβέρνηση της Αριστεράς» που προώθησε τις αλλαγές αυτές. Η αστική τάξη γνωρίζει ότι οποιαδήποτε κυβέρνηση –στις σημερινές συνθήκες–  επιλέγει να διαχειριστεί το σύστημα, δεν έχει άλλη επιλογή από το να υποταχθεί αργά ή γρήγορα σ’ ένα πολιτικό πρόγραμμα που θα προωθεί τα συμφέροντά της.
Η διαδρομή της κυβέρνησης Χριστόφια δεν πρωτοτύπησε. Αντιπροσώπευσε τους εργαζόμενους με ένα δεξιό σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα, τους αφόπλισε από τις ιδέες και την τακτική με τις οποίες θα μπορούσαν να αποκρούσουν τις επιθέσεις του κεφαλαίου και την κρίσιμη στιγμή σύρθηκε στις νεοφιλελεύθερες επιλογές ενάντια στα συμφέροντα του κόσμου που τη στήριξε. Η συμβολή της στην υλοποίηση της σκληρής καπιταλιστικής ατζέντας είναι ανεκτίμητη για τους αστούς.
Στα πλαίσια αυτής της πορείας δεν προκαλεί εντύπωση η δήλωση του Σ. Μαλλά, υποψήφιου στηριζόμενου από το ΑΚΕΛ στις επερχόμενες προεδρικές εκλογές, ο οποίος χαρακτήρισε ανεύθυνο οποιοδήποτε υποψήφιο πρόεδρο δηλώσει ότι θα πρέπει να λειτουργήσουμε αντιμνημονιακά.
Και ο σκληρός πυρήνας του ΑΚΕΛ όμως, δια στόματος του γεν. γραμματέα του Άντρου Κυπριανού, βεβαιώνει ότι το κόμμα θα σεβαστεί πλήρως τους όρους του μνημονίου, ενώ για τα χτυπήματα που θα δεχτεί ο κόσμος της εργασίας, προετοιμάζει την αντεπίθεσή του «μετά την αποπληρωμή των δανείων», οπότε και θα «πρέπει να επανέλθουν βασικά ωφελήματα των εργαζομένων που τώρα χάνονται».
Η Παγκύπρια Εργατική Ομοσπονδία τηρεί στάση σιγής, δίνοντας αβάντα στην κυβέρνηση, η οποία δια στόματος Χριστόφια αναγνωρίζει σαν επιτυχία της το γεγονός ότι οι συντεχνίες δεν απέργησαν, όσο διαρκούσε η διαπραγμάτευση με την τρόικα. Πρόκειται για θλιβερή τακτική ήττας.
Η εμπειρία των μνημονιακών πολιτικών στην Ευρώπη δείχνει ότι είναι τέτοιο το μέγεθος και το άδικο των επιθέσεων, που θα καταστήσει εύθραυστη την όποια κοινωνική συναίνεση φαίνεται ότι επιτυγχάνεται αυτή τη στιγμή στην Κύπρο. Ήδη έχει αρχίσει μια κινητικότητα σε κάποιους εργασιακούς χώρους, ενώ στις παρυφές του ΑΚΕΛ και αριστερά από αυτό εντείνονται οι διεργασίες συσπείρωσης ενάντια στο μνημόνιο και τη λιτότητα.
Η Επιτροπή για μια Αριστερή Ριζοσπαστική Συσπείρωση (ΕΡΑΣ) αποτελεί κομμάτι αυτής της προσπάθειας και στο βαθμό που θα συνδεθεί αποτελεσματικά με την οργάνωση των αντιστάσεων του κόσμου μας, μπορεί να διαδραματίσει σοβαρό ρόλο στις εξελίξεις.

http://www.dea.org.gr/%C2%AB%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%86%CE%B5%CF%81%CF%84%CF%8C-%CE%BC%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CF%8C%CE%BD%CE%B9%CE%BF%C2%BB-%CF%83%CF%85%CE%BC%CF%86%CF%8E%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B1%CE%BD-%CF%87%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%86%CE%B9%CE%B1%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CF%81%CF%8C%CE%B9%CE%BA%CE%B1

13 Οκτ 2012

Ανάλυση του Μνημονίου “Contains sensitive information, not for further distribution”* του Σωτήρη Κάττου**



Πρώτη προκαταρκτική παρατήρηση: ενώ η Τρόικα αναφέρεται στην αναγκαιότητα της διαφάνειας στην όλη διαδικασία εφαρμογής του Μνημονίου, η ίδια σημειώνει στην επικεφαλίδα του «περιλαμβάνει ευαίσθητη πληροφόρηση, όχι για περαιτέρω διανομή».

Δεύτερη προκαταρκτική παρατήρηση: το Μνημόνιο στοχεύει στην πλήρη κοινωνικο-οικονομική αποδόμηση της Κυπριακής Δημοκρατίας και κατ’ επέκταση της κυπριακής κοινωνίας σε συνθήκες ημι-κατοχής, στο όνομα του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής. Αποτελεί ένα ενοποιημένο κείμενο αν και αναλύει ξεχωριστά τις βραχυπρόθεσμες και μεσοπρόθεσμες προκλήσεις που κατά την άποψή τους αντιμετωπίζει η Κύπρος στο χρηματοπιστωτικό και δημοσιονομικό τομέα καθώς και στην αναγκαιότητα δομικών αλλαγών.

Ας δούμε αναλυτικά τα πιο σημαντικά στοιχεία του Μνημονίου κατά τομέα. Δε θα καταπιαστώ με τα αίτια της κρίσης είναι ήδη γνωστά σε ό,τι αφορά τον τραπεζικό τομέα. Υπερμεγέθης, 895% του ΑΕΠ, με ελλειμματικό εποπτικό έλεγχο. Η απουσία δυνατότητας πιο αποτελεσματικής διαχείρισής του συνδέεται άμεσα με το τεράστιο μέγεθός του από τη μια και την απώλεια της νομισματικής κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας με την υιοθέτηση του ευρώ το 2008 από την άλλη. Οι τράπεζες έπαψαν να είναι κάτω από τον έλεγχο του κράτους αλλά κάτω από την εποπτεία της ΕΚΤ δια αντιπροσώπου, δηλαδή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Το Μνημόνιο εκμεταλλευόμενο τη χρηματοπιστωτική κρίση απαιτεί και την ανάγκη υπαγωγής του Συνεργατισμού σε ενιαίο εποπτικό φορέα υπό την Κεντρική Τράπεζα. Στη θεματική που αναφέρεται στην ενίσχυση και διατήρηση της ρευστότητας στον τραπεζικό τομέα παρ.1.1, 1.2, 1.3, 1.4, 1.5 κι 1.6 εισάγονται τόσο αυστηρά κριτήρια τραπεζικής κεφαλαιακής επάρκειας που ουσιαστικά οδηγούν στον ενταφιασμό του κυπριακού τραπεζικού συστήματος. Για παράδειγμα, στην παρ. 1.3 καλείται η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου όπως ενισχύσει το ποσοστό της καταθετικής ρευστότητας μη μόνιμων κατοίκων Κύπρου σε ευρώ μέσα από την προσθήκη επιπρόσθετων κριτηρίων ρευστότητας. Μια τέτοια απαίτηση θα επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος και θα περιορίσει την έλκυση νέων καταθετών και επενδύσεων. Στη δε παρ. 1.4 απαιτεί την αύξηση του Core tier 11 Κεφαλαιοχικού λόγου από το υφιστάμενο 8% στο 10% μέχρι το Δεκέμβριο του 2013. Στην παρ. 1.5 καλείται η ΚΤΚ να εισαγάγει ένα νέο λόγο μόχλευσης που να συνάδει με τη Βασιλεία ΙΙΙ χωρίς να καθορίζει το ποσοστό αυτό πάλι, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2013. Στην παρ. 1.10 καλούνται οι κυπριακές αρχές να προβούν σε αξιολόγηση της λογιστικής και οικονομικής αξίας ολόκληρου του τραπεζικού συστήματος καθώς και των συνεργατικών ιδρυμάτων. Αξιολόγηση η οποία θα καθοδηγείται από μία διαρκή επιτροπή που θα μετέχουν οι κυπριακές αρχές, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η ΕΚΤ, η Ευρωπαϊκή Τραπεζική Αρχή και το ΔΝΤ. Η αξιολόγηση αυτή στόχο έχει τον καθορισμό των κεφαλαιακών αναγκών της κάθε τράπεζας με απώτερο στόχο την ανακεφαλαιοποίησή τους ή τη διάλυσή τους αν τούτο κρίνεται αναγκαίο (παρ. 1.14, σελ. 4). Στην παρ. 1.15 ζητείται η εισαγωγή νομοθεσίας για να έχουν τη δυνατότητα τα τραπεζικά ιδρύματα να εκποιούν υποθηκευμένες περιουσίες σε διάστημα 1,5 έτους ενώ στην παρ. 1.16 ο ορισμός του μη εξυπηρετούμενου δανείου καθορίζεται στις 90 μέρες. Στην παρ. 1.17 η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου καλείται να θεσμοθετήσει ένα Κεντρικό Μητρώο Πίστωσης που θα περιλαμβάνει όλους τους δανειοδοτουμένους και μέσω του οποίου θα ελέγχεται όχι μόνο η δυνατότητα σύναψης δανείων αλλά και η δυνατότητα αποπληρωμής τους. Αυτό θα περιλαμβάνει τόσο τις τράπεζες όσο και τα συνεργατικά ιδρύματα. Μέσα από αυτό το μητρώο η ΚΤΚ θα έχει πλήρη ενημέρωση για τους δανειολήπτες που έχουν ή είχαν καθυστερήσεις αποπληρωμών δανείων. Αυτό το μητρώο θα πρέπει να θεσμοθετηθεί μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2012 και να καταστεί λειτουργήσιμο μέχρι τον Ιούνιο του 2013. Ζητείται επίσης η θεσμική κατάργηση της εποπτείας του Υπ. Εμπορίου για τα συνεργατικά ιδρύματα (σ. 5, παρ. 1.22 και 1.23). Για να καταστεί εφικτή και αποτελεσματική η ρευστοποίηση περιουσιακών ή άλλων αποθεματικών στοιχείων η Κυπριακή Δημοκρατία θα πρέπει να προχωρήσει στη συγκρότηση αρχής με την ονομασία Cyprus Asset Management Company (CAMC) (σ. 6, παρ. 1.25), με απώτερο στόχο τη μεγιστοποίηση της αξίας από την ανάκληση περιουσιακών στοιχείων. Η εταιρεία αυτή θα πρέπει να νομοθετηθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία μέχρι τις 31/12/2012. Σε αντιδιαστολή με τα πιο πάνω η παρ. 1.28 καλεί την Κυπριακή Δημοκρατία να εντατικοποιήσει τους εποπτικούς ελέγχους αναφορικά με τα δάνεια των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών με υποχρέωση προετοιμασίας αξιολογήσεων της δανειοληπτικής τους εξυπηρέτησης. Όλα αυτά σε συνάρτηση με τη θεσμοθέτηση του Μητρώου Πίστωσης και το οποίο θα δημοσιοποιείται από το λεγόμενο Financial Stability Report. Πού οδηγούν όλα αυτά τα δραστικά μέτρα σε τόσο εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα; Περιορίζει άμεσα τη δυνατότητα ανασυγκρότησης του κυπριακού τραπεζικού συστήματος με κίνδυνο την εξαφάνισή του ή την υποκατάστασή του. Οι περιορισμοί αυτοί έστω και με ικανοποιητική ανακεφαλαιοποίησή του, που ουδείς γνωρίζει το εύρος του ποσού (κάτι που επιμελώς αποφεύγει η Τρόικα) αν θα είναι 12, 15 ή 18 δις ευρώ, θα επιβάλει στις κυπριακές τράπεζες διοικητική και λειτουργική εσωστρέφεια. Θα επέλθει μία πλήρης απονεύρωση του τραπεζικού συστήματος. Ως εκ τούτου ακόμη και μία κεφαλαιοποίηση των τραπεζών που θα οδηγούσε εκτός των άλλων το δημόσιο χρέος πέραν του 140% του ΑΕΠ, ένα ποσοστό μη διαχειρίσιμο, θα λειτουργούσε άκρως περιοριστικά σε ό,τι αφορά την ενίσχυση της ρευστότητας στην αγορά. Αυτό σε ό,τι αφορά το ένα σκέλος του Μνημονίου. Δηλαδή ο ασθενής σώζεται αλλά περιορίζεται σε αναπηρικό καροτσάκι.

Το άλλο σκέλος αφορά τη δημοσιονομική πολιτική. Βασική φιλοσοφία του ο περιορισμός της συνολικής ζήτησης στην οικονομία. Οι απαιτήσεις του Μνημονίου έχουν ήδη δει το φως της δημοσιότητας. Συνοπτικά μέσα από τις παραγράφους 2.2, 2.3, 2.4, 2.5, 2.6, 2.7, 2.8 ζητούν κατάργηση της ΑΤΑ, μόνιμη κατάργηση του 13ου μισθού, μείωση 13ης σύνταξης με ταυτόχρονη φορολόγησή της, και 50% μείωση σύνταξης μεταξύ 1000-1500 ευρώ και 75% για συντάξεις πέραν των 1500 ευρώ. Κυρώσεις 6% σε όσους επιθυμούν πρόωρη συνταξιοδότηση καθώς και συνέχιση της έκτακτης εισφοράς μέχρι το 2015. Σύνολο μόνο για το 2012 ζητάει 136 εκατομμύρια ευρώ. Σε ό,τι αφορά την αύξηση των εσόδων ο πλούτος καλείται να εισφέρει 2 εκατομμύρια το 2012 και 10 εκατομμύρια το 2013 (παρ. 2.14). Στην παρ. 2.15 ρητά αναφέρεται ότι ο προϋπολογισμός του 2013 θα πρέπει να τεθεί για έγκριση προηγουμένως από την Τρόικα πριν την κατάθεσή του στη Βουλή των Αντιπροσώπων.

Το 2013 (Παρ. 2.17) προβλέπονται νέες περικοπές που συσσωρευτικά για το 2012 και 2013 θα πρέπει να ανταποκρίνεται σε μείωση του κρατικού μισθολογίου κατά 15%. Ουσιαστικά αυτό σημαίνει ότι μέσα σε 13 μήνες μια μείωση της αγοραστικής δύναμης κατά 166 εκατομμύρια το 2013 και 136 εκατομμύρια το Δεκέμβρη του 2012. Σύνολο 300 εκατομμύρια ευρώ χωρίς να λαμβάνονται υπόψη και οι περικοπές των παροχών και η μετακύλιση των περικοπών αυτών στον ιδιωτικό τομέα. Το σοκ της αγοράς θα είναι άνευ προηγουμένου με ανυπολόγιστες, πολλαπλασιαστικές, αρνητικές οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες. Ουσιαστικά από το 2012-2015 η μείωση του κρατικού μισθολογίου μειώνεται τουλάχιστον κατά 30%. Ταυτόχρονα ζητούν στις παραγράφους 2.25-2.28 περαιτέρω αύξηση των έμμεσων φόρων ΦΠΑ, καύσιμα, κ.ο.κ. Στην παρ. 3.1 ζητούν μεταξύ άλλων τη διάλυση του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων ή τη μεταρρύθμισή του για να περιοριστεί η εισφορά του δημοσίου σε αυτό. Καθώς επίσης κατ’ αναλογία φορολόγηση ή μείωση των συντάξεων στον δημόσιο τομέα που να μην ξεπερνά τον μέσο μισθό. Σε ό,τι αφορά δαπάνες υγείας εισηγούνται μεταξύ άλλων την εισαγωγή των γενόσημων (generic) φαρμάκων με στόχο τη μείωση του κόστους φαρμακευτικής φροντίδας. Ζητεί επίσης την ιδιωτικοποίηση της Cyta και της ΑΗΚ και καλεί την Κυπριακή Δημοκρατία στην προετοιμασία οδικού χάρτη το τέταρτο τρίμηνο του 2012 για τη διαδικασία αυτή. Επίσης ζητούν την εξομοίωση των συνθηκών απασχόλησης του δημόσιου τομέα με τη χαοτική κατάσταση των εργασιακών σχέσεων του ιδιωτικού τομέα μέχρι το τρίτο τρίμηνο του 2013 με στόχο την υλοποίηση της προσαρμογής μέσα από την εφαρμογή του Προϋπολογισμού του 2014. Η Τρόικα υποχρεώνει το κράτος να θέσει ενώπιόν της τα ευρήματα από σχετική μελέτη. Ζητεί περιορισμό του κράτους πρόνοιας και περαιτέρω απονεύρωση και χαλάρωση της αγοράς εργασίας. Ζητεί την πλήρη κατάργηση της ΑΤΑ στον ιδιωτικό τομέα, καθώς επίσης η διακύμανση του ελάχιστου μισθού να τεθεί υπό την αίρεση της Τρόικα. Στη σ. 19 παρ. 5.4 η Τρόικα ζητάει την αποτελεσματική κατάσχεση υποθηκευμένων περιουσιών που δεν εξυπηρετούνται. Η διαδικασία αυτή με την πρώτη πώληση θα οδηγήσει σε μια γενικευμένη και ανεξέλεγκτη απομείωση της αξίας των ακινήτων σε πολύ χαμηλά επίπεδα, η οποία θα λειτουργήσει αποσταθεροποιητικά τόσο για τον τραπεζικό τομέα, όσο για την οικονομία ευρύτερα. Ενώ στη σ. 20 παρ. 5.5 αναφορικά με τον τουρισμό ζητεί περαιτέρω μείωση των μισθών τη στιγμή που είναι ευρύτατα γνωστό ότι στην ξενοδοχειακή βιομηχανία η εκμετάλλευση των εργαζομένων είναι άνευ προηγουμένου. Μεταξύ άλλων ζητούν κρατική επιχορήγηση για τη μείωση της διαχείρισης του αποχετευτικού κόστους από τα ξενοδοχεία. Ζητούν δηλαδή από την κυπριακή κοινωνία να επιχορηγεί την τουριστική αποχέτευση 3 εκατομμυρίων τουριστών περίπου κατ’ έτος! Ζητούν επίσης επιχορήγηση της ηλεκτροδότησης και της υδροδότησης!

Εν κατακλείδι, το Μνημόνιο όπως έχει κατατεθεί ουσιαστικά θα οδηγήσει το τραπεζικό σύστημα σε εσωστρέφεια, φοβικά σύνδρομα, σε άκρως περιοριστικές πρακτικές και σε συμπεριφορές συγκρουσιακής αντιπαράθεσης με το κοινό μέσα από την υποχρέωσή του να εκποιεί άμεσα περιουσιακά στοιχεία νοικοκυριών κι επιχειρήσεων, τα οποία με τη σειρά τους μέσα σε ένα γενικότερο πλαίσιο στραγγαλισμού της εσωτερικής ζήτησης και κατακόρυφη αύξηση της ανεργίας θα αδυνατούν να εξυπηρετήσουν τα δάνειά τους. Το Μνημόνιο είναι τόσο κοινωνικά και οικονομικά αποσταθεροποιητικό στη σύλληψή του που σε αντιδιαστολή με την υπάρχουσα συλλογική καταπίεση απότοκο της τουρκικής εισβολής στο κοινωνικό υποσυνείδητο του κυπριακού ελληνισμού, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για ανεξέλεγκτες κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις. Η Τρόικα εστιάζει την πρόθεσή της στην πλήρη δομική αντικατάσταση του κοινωνικού μοντέλου στην κυπριακή κοινωνία χωρίς να δίνεται η ευκαιρία στην κυπριακή κοινωνία να αξιολογήσει για τον εαυτό της η ίδια τα προβλήματα που αντιμετωπίζει.

Το Μνημόνιο αυτό καταργεί την Κυπριακή Δημοκρατία, την οδηγεί σε διαχρονική πτώχευση και της ακυρώνει τις προοπτικές που διανοίγονται με το φυσικό αέριο. Καλείται τόσο η επαγγελματική πολιτική τάξη, όσο και η αστική τάξη - την οποία το Μνημόνιο τη χαϊδεύει σκοπίμως απαλά για να την αποκοιμίσει- να μελετήσουν καλύτερα τις λεπτομέρειες και τις συνέπειες του Μνημονίου. Το Μνημόνιο δεν καταργεί μόνο τη μεσαία τάξη, αλλά κινδυνεύει αυτή καθαυτή η ταξική και η περιουσιακή υπόσταση της ίδιας της αστικής τάξης. Τα περιουσιακά στοιχεία της αστικής τάξης μέσα από το Μνημόνιο θα πάθουν σημαντική απομείωση. Αρκετοί ίσως οδηγηθούν και στην πτώχευση. Μνημόνιο το οποίο δεν θα διαχωρίζει τον τραπεζικό τομέα από την υπόλοιπη οικονομία και χωρίς πενταετή τουλάχιστον χρονικό ορίζοντα, νομοτελειακά οδηγεί στην καταστροφή του νησιού. Σίγουρα όμως το Μνημόνιο όπως έχει κατατεθεί είναι καταστροφικό τόσο για την τραπεζική ανασυγκρότηση, όσο και για τη λεγόμενη δημοσιονομική αναπροσαρμογή.

Και επειδή επιβάλλεται η κατάθεση εναλλακτικής πρότασης/εισήγησης εν συντομία παραθέτω τις σχετικές απόψεις του Joseph Stiglitz, του Amartya Sen (νομπελίστες οικονομικών ) και του Jean Paul Fitoussi στο “Mis-Measuring our Lives” (Μετρώντας λάθος τις ζωές μας). Οι σημαντικοί αυτοί διανοητές παραθέτουν ένα σημαντικό και συνάμα εξαιρετικά λογικό επιχείρημα «Αυτό που μετρούμε επηρεάζει αυτό που κάνουμε και εάν οι μετρήσεις μας είναι ελλιπείς, οι αποφάσεις μας ίσως είναι παραπλανητικές». Όπως σημειώνουν μπορεί το ΑΕΠ να αυξάνεται, το κατά κεφαλή εισόδημα ως μέσος όρος να αυξάνεται αλλά η ανισότητα να διευρύνεται. Η θέση τους ότι οι επιλεγμένοι και λανθασμένοι δείκτες μέτρησης (Metrics) επηρεάζουν πολιτικές, μπορεί εύκολα να αποτυπωθεί και στο πρόσφατο «Μπράβο» του Μπαρόζο προς την ελληνική κυβέρνηση. Οι πολιτικές του μνημονίου τις οποίες εκτελεί απαρέκλητα η ελληνική κυβέρνηση οδηγούν στην ασταμάτητη ύφεση αλλά υπήρξε μια μικρή βελτίωση των μνημονιακών δεικτών. Τα μνημόνια υποχρεώνουν τους ανθρώπους να προσαρμόζονται στους αριθμούς με ότι αυτό συνεπάγεται για την ανθρώπινη και κοινωνική προοπτική. Ο δε αμερικανός νομπελίστας οικονομολόγος Paul Krugman ασκώντας κριτική στα γερμανικής έμπνευσης μνημόνια σημειώνει ότι οδηγούν στην λεγόμενη παγίδα ρευστότητας (liquidity trap), καθότι ενώ υπάρχουν οι προϋποθέσεις για εξαιρετικά χαμηλού κόστους επενδύσεων, λόγω ανεπαρκούς ζήτησης ελέω πολιτικών περιορισμού των δαπανών και λιτότητας δεν παρουσιάζονται πρόθυμοι οι επενδυτές όπως αναφέρει ή αυτοί οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με την άσκηση πολιτικής δεν κατανοούν το εξής απλό «η δική σου δαπάνη είναι το εισόδημα μου και η δική μου δαπάνη το εισόδημα σου». Σε ένα κλίμα ανησυχίας και αβεβαιότητας κατά τον ίδιον, απαιτούνται δαπάνες δεδομένου ότι ο ιδιωτικός τομέας προσπαθεί να δαπανήσει λιγότερα από τα έσοδα του, η ευθύνη αυτή παραμένει στο Δημόσιο. Όλα τα μνημόνια ακυρώνουν τις βασικές αυτές οικονομικές λογικές καθότι ο προσανατολισμός τους δεν εστιάζεται στην ικανοποίηση του ευρύτερου κοινωνικού συμφέροντος αλλά σε πρακτικές μονόπλευρης και κερδοσκοπικής οικονομικής σκοπιμότητας. Η Κυπριακή Δημοκρατία θα μπορούσε να αποφύγει το μνημόνιο, και δυνητικά υπάρχουν οι προϋποθέσεις, εάν κάποιος ρίξει μια ματιά στα υπάρχοντα δεδομένα.

Το μεγαλύτερο διαρθρωτικό πρόβλημα της Κυπριακής οικονομίας εκτός από τις τράπεζες είναι και η άτυπη οικονομία η οποία μεταφράζεται στην πράξη ως εξής: €5,000,000,000 (26% του ΑΕΠ) ευρώ κυκλοφορούν ανεξέλεγκτα και αφορολόγητα αλλά ουδείς αναφέρεται σε αυτά. Δεύτερον η Κυπριακή Δημοκρατία με κοινωνικές κλίμακες δημοτικού διαμερίσματος μεγαλούπολης παρουσιάζει εισπράξιμες οφειλές για το 2011, €1,378 δις (972 ΤΕΠ, 283 τελωνείο, 168 εκατ. Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων). Εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς από πού προέρχονται οι οφειλές αυτές. Προσθέστε και την αναμενόμενη εισροή 300 εκ. ευρώ από τις αδειοδοτήσεις του δευτέρου γύρου τον Γενάρη του 2013 χωρίς να προσμετρείται ο φυσικός πλούτος.

Ως εκ τούτου, η πολιτική ηγεσία του νησιού καλείται να εξετάσει μέσα από τη πρόσκληση οικονομολόγων εγνωσμένου κύρους όπως π.χ. των αμερικανών Joseph Stiglitz και Paul Krugman με σκοπό να τεθούν ενώπιόν τους τα δεδομένα της κυπριακής οικονομίας υπό το φως του φυσικού αερίου και της δυνατότητας που παρέχει για την άντληση κεφαλαίων άμεσα μέσα από τη διεθνή πρακτική του IPΟ (Initial Public Offering), όσο και των προτάσεων της Τρόικα. Να ζητηθεί η αξιολόγησή τους πάντοτε σε σχέση με τις ανάγκες της κυπριακής οικονομίας, την προοπτική της και τη δυνατότητα εξόδου από την κρίση. Να ζητηθεί επίσης αξιολόγηση των πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων από μια πιθανή έξοδο της Κύπρου από την Ευρωζώνη και την επαναφορά της κυπριακής λίρας.

Για την ώρα με τα υπάρχοντα δεδομένα ελλείψει πολιτικής βούλησης το πολιτικό σύστημα οδηγεί την κυπριακή δημοκρατία και κοινωνία στην μνημονιακή καταστροφή.

**PhD Political Sociology
sckattos@cytanet.com.cy
1 Tier 1 capital is the core measure of a bank's financial strength from a regulator's point of view. It is composed of core capital,[1] which consists primarily of common stock and disclosed reserves (or retained earnings),[2] but may also include non-redeemable non-cumulative preferred stock. (…)The theoretical reason for holding capital is that it should provide protection against unexpected losses. Note that this is not the same as expected losses, which are covered by provisions, reserves and current year profits. In Basel I agreement, Tier 1 capital is a minimum of 4% ownership equity but investors generally require a ratio of 10%.