Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προεδρικές εκλογές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προεδρικές εκλογές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

11 Μαρ 2013

Προεδρικές εκλογές 2013 Προκλήσεις ενός νέου προσανατολισμού σε μια νέα περίοδο. του Χρήστου Τσέλιου

Η νίκη του Αναστασιάδη στις προεδρικές εκλογές του φλεβάρη αποτελεί μια ανοιχτή πρόκληση για την κοινωνία της μισθωτής εργασίας και της βιοπάλης.

Το πρόγραμμα διακυβέρνησης του Αναστασιάδη και του ΔΗΣΥ είναι ένα πρόγραμμα σύγκρουσης με τις κοινωνικές κατακτήσεις των εργαζομένων, απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων, υπονόμευσης του κοινωνικού κράτους.

Είναι ένα πρόγραμμα για την διευκόλυνση και την υποστήριξη των μεγάλων επιχειρηματικών συμφερόντων, χαλάρωσης –και όχι ενίσχυσης όπως δημαγωγικά ισχυριζόταν ο Αναστασιάδης– της κρατικής εποπτείας στην επιχειρηματική δραστηριότητα.

Το κόμμα του ΔΗΣΥ, εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Δεξιάς στην Κύπρο, είναι ο πιο κυνικός εκφραστής του ψυχρού ρεαλισμού των διεθνών αγορών και του laissez-faire της ελεύθερης αγοράς που φυσικοποιεί την στυγνότητα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και των κοινωνικών ανισοτήτων.
Μάταια λοιπόν προσπαθούσε ο Αναστασιάδης και το κόμμα του ΔΗΣΥ να κρύψουν πίσω από τις υποκριτικές τους διαβεβαιώσεις για τον σεβασμό της απεργίας των οικοδόμων και την πρόθεση τους για επαναδιαπραγμάτευση τάχα του μνημονίου την βαθιά τους πίστη και τον ενθουσιασμό τους για την αχαλίνωτη δύναμη ενός άγριου καπιταλισμού που απειλεί να μετατρέψει ξανά την ευρωπαϊκή ήπειρο στο λονδίνο της εποχής του Καρόλου Ντίκενς. Αυτό είναι το όραμα τους για τους εργαζόμενους, κύπριους, κοινοτικούς και “παράνομους”.

Την επόμενη περίοδο και μέσα στους κοινωνικούς αγώνες που με μεγαλύτερη ένταση θα ανοίξουν χρέος των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που τοποθετούνται από την μεριά του κόσμου της εργασίας είναι η συμπαράταξη και ο κοινός αγώνας συγκρότησης του πιο πλατύ κοινωνικού μετώπου αντίστασης.

ΑΚΕΛ: εκλογικοί αγώνες και στρατηγικές στοχεύσεις

Η αποσαφήνιση όμως του σε τι εναντιωνόμαστε δεν εξαντλεί την συζήτηση για την οικοδόμηση των αντιστάσεων και την ευρύτερη προοπτική και στόχευση αυτών των αγώνων.
Αντίθετα, την επαύριο μιας εκλογικής ήττας της Αριστεράς και την στιγμή που ολοκληρώνεται η περίοδος μιας πρώτης διακυβέρνησης του ΑΚΕΛ η αναγκαιότητα μιας τέτοιας συζήτησης και ενός απολογισμού τόσο της πρώτης κυβερνητικής εμπειρίας του ΑΚΕΛ όσο και του γενικότερου πολιτικού προσανατολισμού του κόμματος της αριστεράς είναι επιβεβλημένη.

Για το ΑΚΕΛ, η δυσαρέσκεια του κόσμου της αριστεράς από την διακυβέρνηση Χριστόφια αποδόθηκε κυρίως στις δυσμενείς συνθήκες επί των οποίων το κόμμα κλήθηκε να κυβερνήσει την προηγούμενη περίοδο και την παγκόσμια οικονομική κρίση που κλονίζει τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, οφειλόταν δηλαδή σε εξωγενή αίτια. Ευθύνες για αυτήν την κατάσταση μπορούν επίσης να αποδοθούν και στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα που με τις λανθασμένες επιλογές του, την έλλειψη εποπτείας και τις παραλείψεις του συνέβαλε σε ένα μη παραγωγικό προσανατολισμό της κυπριακής οικονομίας ενώ την ίδια στιγμή τοποθετούσε την Κύπρο στο επίκεντρο μιας διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης.

Τα πράγματα θα ήταν καλύτερα -σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό- εάν οι δυνάμεις της Αντιπολίτευσης επιδείκνυαν μια περισσότερο συναινετική στάση. Στην στάση των αντιπολιτευόμενων κομμάτων, την συλλήβδην απαξιωτική κριτική τους, την έλλειψη συνεργασίας μέσα στην Βουλή, τα “μικρά πραξικοπήματα” μιας αυτονομημένης ή μιας “κυβερνώσας” Βουλής μπορεί κανείς να αναγνωρίσει τις αιτίες που δεν επέτρεψαν στην διακυβέρνηση Χριστόφια να ολοκληρώσει με επιτυχία το κυβερνητικό της έργο.

Μέσα από αυτήν την ερμηνεία η ηγεσία του ΑΚΕΛ θα επιχειρήσει να διαχειριστεί με ανώδυνο τρόπο την πολιτική πίεση μιας απογοήτευσης του κόσμου της αριστεράς από μια αριστερή διακυβέρνηση που όχι μόνο δεν βελτίωσε τους όρους ζωής και διαβίωσης της πλειοψηφίας των εργαζομένων αλλά στο τέλος της θητείας της έφτασε να νομοθετεί με ταχύτητα ριπής πυροβόλου τις εντολές της Τρόικας.

Αντί να προχωρήσει σε μια ειλικρινή και ουσιαστική αποτίμηση της επιλογής ενός αριστερού κόμματος να διεκδικήσει την πολιτική εξουσία μιας καπιταλιστικής κοινωνίας ξεκομμένης από κάθε προοπτική σοσιαλιστικής μετάβασης της κοινωνίας προτίμησε να κρυφτεί πίσω από τις υποτιθέμενες ευθύνες των ΕΔΕΚ και ΔΗΚΟ για την απόσυρση της στήριξης τους στην προεδρία Χριστόφια. Έτσι, και με σκοπό να διαχειριστεί επικοινωνιακά μια “αναμενόμενη (;) κυβερνητική φθορά”, η επιχειρηματολογία του ΑΚΕΛ θα διολισθήσει σε ένα ρηχό αντιπολιτευτικό ύφος.
Τα στελέχη όμως του ΑΚΕΛ έχουν μια συσσωρευμένη εμπειρία συνεργασιών όπως επίσης και την γνώση των κανόνων ενός κοινοβουλευτικού παιχνιδιού λεπτών ισορροπιών, υπόγειων συμφωνιών παρασκηνιακών διευθετήσεων, κοινοβουλευτικών και εξωκοινοβουλευτικών διευθετήσεων της νομής της εξουσίας. Η επιλογή τους, λοιπόν, μπροστά σε μια ζητούμενη αποτίμηση της προεδρίας Χριστόφια να παριστάνουν τους ανεύθυνους και τους προδομένους από την ΕΔΕΚ και ΔΗΚΟ είναι μια στάση κατώτερη των περιστάσεων.

Από την ΕΔΕΚ και το ΔΗΚΟ δεν περιμέναμε να κινηθούν ενάντια στο κράτος της δεξιάς και τους τραπεζίτες, τα επιχειρηματικά συμφέροντα που απομυζούν τα δημόσια οικονομικά για να στήσουν περιουσίες πάνω σε εγγυημένες αποδόσεις, την εργοδοσία που παρανομεί και αυθαιρετεί, τον συσσωρευμένο πλούτο, την προκλητικά χαμηλότερη φορολογία των επιχειρήσεων στην Ευρώπη. Αυτό όμως που μας προβληματίζει είναι η στρατηγική του κόμματος της αριστεράς που επέλεξε να διεκδικήσει την πολιτική εξουσία αποκομμένη από οποιαδήποτε τέτοια προοπτική.
Το ΑΚΕΛ δεν επεδίωξε, αναλαμβάνοντας την προεδρία επί Χριστόφια, να πραγματοποιήσει ρήξεις και ανατροπές με τις δυνάμεις της συντήρησης. Ούτε και πρόταξε ποτέ μια τέτοια προοπτική. Στην πραγματικότητα συνέβει το ακριβώς αντίθετο. Η υποψηφιότητα Χριστόφια ήρθε να υπηρετήσει την δεδηλωμένη πρόθεση του κόμματος της αριστεράς να διαχειριστεί την κρατική εξουσία και να διευθύνει την οικονομία της χώρας με την ίδια αποτελεσματικότητα που το έκαναν και όλοι οι προηγούμενοι πρόεδροι. Έτσι, στο τέλος, η στάση του ΑΚΕΛ απέναντι στην Τρόικα και το Μνημόνιο, η απροθυμία του να έρθει σε σύγκρουση με όσους προκάλεσαν και επωφελήθηκαν από την κρίση, η στήριξη που έδωσε το ΑΚΕΛ ως κυβερνητικό κόμμα στο κυπριακό τραπεζικό σύστημα μαζί με την παράλληλη κοινωνικοποίηση των ζημιών τους και την μείωση των μισθών των εργαζομένων αποτέλεσαν δυστυχώς αναμενόμενα επακόλουθα μιας συμφιλιωτικής με το κεφάλαιο και την εργοδοσία στάσης.

Η επιλογή του ΑΚΕΛ να διεκδικήσει την προεδρία με την υποψηφιότητα Χριστόφια αποτέλεσε έκφραση μιας ριζικής αλλαγής της τακτικής της ηγεσίας του κόμματος. Νιώθοντας πλέον αρκετά ισχυρή για να περιορίζεται σε ρόλο φτωχού συγγενή δεξιών κυβερνητικών πλειοψηφιών η ηγεσία του ΑΚΕΛ επιχείρησε με την υποψηφιότητα Χριστόφια να διεκδικήσει έναν αυτόνομο πολιτικό ρόλο και αυξημένα κομματικά μερίδια στο μοίρασμα της εξουσίας. Η υποψηφιότητα Χριστόφια συμπύκνωνε έτσι μια νέα στρατηγική του κόμματος της αριστεράς για την ισχυροποίηση της θέσης του ως συστημική δύναμη μέσα στο αστικό πολιτικό σύστημα, την οργανική ένταξη του στο τόξο των αστικών πολιτικών δυνάμεων, την επιβεβαίωση της θέσης του ΑΚΕΛ ως κόμμα εξουσίας, την ολοκλήρωση μιας πορείας σοσιαλδημοκρατικοποίησης του.

Είναι μέσα σε αυτά τα πλαίσια που η υποψηφιότητα Μαλά προσπάθησε να ισορροπήσει μεταξύ μιας αναμενόμενης μέν αλλά διαχειρίσιμης κατά το δυνατόν ήττας και της ανάγκης επιβεβαίωσης ενός κεντρώου/κεντροαριστερού προσανατολισμού του κόμματος που θα συνεχίζει να διατηρεί γέφυρες επικοινωνίας με το μεσαίο χώρο επιβεβαιώνοντας το ειδικό πολιτικό βάρος του ΑΚΕΛ ως κόμματος εξουσίας.

Στην πολιτική τοποθέτηση του ΑΚΕΛ μετά τις εκλογές, δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε την καταφανή αναντιστοιχία των δηλώσεων της ηγεσίας περί λήψης και αξιολόγησης των πολιτικών μηνυμάτων των εκλογών και την διακηρυσσόμενη στόχευσης της, την επαύριο των εκλογών, προσέγγισης του κεντρώου χώρου και της ΕΔΕΚ. Το ΑΚΕΛ λειτουργώντας ως κόμμα εξουσιάς διεκδικεί να συνομιλεί και να εκφράζει την ίδια στιγμή όλη την κοινωνία: αριστερούς, κεντρώους και δεξιούς, εργάτες και επιχειρηματίες. Είναι με αυτήν την έννοια που ενώ κάνει πως κλείνει το μάτι σε δυσαρεστημένους από τα αριστερά ψηφοφόρους του επιδιώκει την ίδια στιγμή να διατηρήσει σταθερά προσηλωμένη την προσοχή του σε μια κεντροαριστερή κατεύθυνση και τη δεξαμενή ψήφων του κέντρου.

Στην νέα περίοδο που ανοίγει η εκλογή Αναστασιάδη είναι πολύ πιθανόν το ΑΚΕΛ να επιλέξει να δώσε το στίγμα μιας μαχητικής αντιπολίτευσης. Να εστιάσει ξανά τον πολιτικό του λόγο στους εργαζόμενους και τα λαϊκά συμφέροντα αντί της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών, την “αξιοπιστία” και τις δανειακές υποχρεώσεις της χώρας, να κρατήσει δηλαδή αποστάσεις από τον τεχνοκρατικό και διαχειριστικό κυβερνητικό λόγο που μέχρι σήμερα είχε. Δεν θα αποτελέσει έκπληξη ακόμη και μια επιστροφή ξανά στο δρόμο της διαμαρτυρίας όπως συμβολικά αποτυπώθηκε στον αγώνα των οικοδόμων και μια νέα, αγωνιστική, στροφή της ΠΕΟ –κυριολεκτικά πάνω στο νήμα των εκλογών.

Εάν όμως δεν αμφισβητηθεί και αναιρεθεί ο στρατηγικός προσανατολισμός του ΑΚΕΛ για την ενσωμάτωση του στο αστικό πολιτικό σύστημα, εάν δεν έρθει σε ρήξη με μια τακτική ανακύκλωσης διαφορετικών εν δυνάμει κοινοβουλευτικών συμμαχιών που περιορίζει τον πολιτικό ορίζοντα του ΑΚΕΛ σε έναν αγώνα κατάκτησης και διαχείρισης της αστικής εξουσίας ως λάφυρο ενός πολιτικού ανταγωνισμού κομμάτων του κατεστημένου τότε το ρήγμα μεταξύ της βάσης του κόσμου της αριστεράς και του ΑΚΕΛ θα συνεχίσει να διευρύνεται και οι εργαζόμενοι και οι εργαζόμενες θα στέκονται ολοένα και περισσότερο αποστασιοποιημένοι από ένα αδιάφορο γι’ αυτούς παιχνίδι κοινοβουλευτικών ελιγμών.

Ζυμώσεις και διακυβεύματα στο χώρο της πέραν του ΑΚΕΛ αριστεράς

Ένα ίσως από πιο τα αισιόδοξα σημεία αυτής της προεκλογικής περιόδου ήταν οι διεργασίες που έλαβαν χώρα στην αριστερά πέραν του ΑΚΕΛ για το καθορισμό της δικής της τοποθέτησης μέσα στην συγκυρία. Η κοινή ανάγνωση των αδιεξόδων της πολιτικής του ΑΚΕΛ και της βαρύτητας που είχε για όλη την αριστερά της Κύπρου η μνημονιακή στάση που υιοθετούσε το μεγάλο κόμμα της αριστεράς συνέβαλε στην αποσαφήνιση του πλαισίου μέσα στο οποίο άνοιγε μια συζήτηση για την αυτοτελή παρουσία ενός νέου χώρου στα αριστερά του ΑΚΕΛ.

Ενδεικτική αυτών των διεργασιών ήταν και η συζήτηση που άνοιξε στο εσωτερικό της Επιτροπής της Ριζοσπαστικής Αριστερής Συσπείρωσης για τις δυνατότητες μιας αυτόνομης αριστερής αντιμνημονιακής προεδρικής υποψηφιότητας στις εκλογές που μας πέρασαν –που ακόμη και αν δεν κατέληξε σε ένα εκλογικό κατέβασμα συμπύκνωσε παρόλα αυτά το στίγμα ενός ζητούμενου προσανατολισμού.

Λίγο αργότερα, στην συζήτηση που άνοιγε στην ΕΡΑΣ σημειωνόταν πως «Ο Μαλάς είναι μια επιλογή συνθηκολόγησης με τη Δεξιά και την εργοδοσία. Αποδυναμώνει συνολικά την αριστερά, εγκλωβίζει σε αδράνεια τη βάση του ΑΚΕΛ και της ΠΕΟ, δεν εγγυάται με κανέναν τρόπο την υπεράσπιση των συμφερόντων του λαού και της εργατικής τάξης και σπέρνει αυταπάτες ότι είναι δυνατό στις συνθήκες αυτής της κρίσης να διασφαλιστεί το κοινωνικό κεκτημένο χωρίς ρήξη με τις κεντρικές επιλογές της αστικής τάξης».

Μπροστά στο ζήτημα της στάσης που θα υιοθετούσε η ΕΡΑΣ στις εκλογές του φλεβάρη η πλειοψηφία των συντρόφων και συντροφισσών θα επέλεγε να μην στηρίξει κανένα υποψήφιο εκτιμώντας πως η κριτική στήριξη του Μαλά «δεν μπορεί να λειτουργήσει σαν τακτική ενίσχυσης -γενικά και αόριστα- κάποιας αριστερής καταγραφής, μόνο και μόνο επειδή στηρίζεται από το ΑΚΕΛ αλλά ούτε και προετοιμάζει στοιχειωδώς το έδαφος της ταξικής αντιπαράθεσης στις μνημονιακές πολιτικές».

Θα μειοψηφούσε έτσι η θέση που σημείωνε πως «η καταψήφιση της δεξιάς και η κριτική στήριξη στον Μαλά είναι η σωστή επιλογή, παρά τις διαφωνίες με τις πολιτικές του κατευθύνσεις, μέσα σε περιβάλλον μιας δεξιάς εκλογικής μετατόπισης στην Κύπρο και μιας ενδεχόμενης εξασθένισης του ΑΚΕΛ που δεν θα βελτιώνει τους όρους της ταξικής πάλης με την εφαρμογή του μνημονίου».
Στην απόφαση της πλειοψηφίας της ΕΡΑΣ θα εστιάσουν αρκετοί φίλοι σύντροφοι –εκτός ΕΡΑΣ ως επί το πλείστον- για να κατακρίνουν το λάθος της μη στήριξης του υποψηφίου της Αριστεράς σε αυτές τις εκλογές. Στην επιχειρηματολογία των συντρόφων θα επισημανθεί το ανορθόδοξο μιας στάσης που δείχνει να υποτιμά τις εκλογές και στέκεται αποστασιοποιημένη μπροστά στην προοπτική νίκης της δεξιάς “πριμοδοτώντας” την αποχή από τις εκλογές.
Η κριτική των συντρόφων είναι, κατά τη γνώμη του γράφοντος, σωστή σε αυτό το σημείο. Ακόμη και εάν ισχύει πως ήταν τα πιο προχωρημένα, τα πιο ταξικά στοιχεία του κόσμου της αριστεράς που αντιμετώπισαν με σκεπτικισμό την υποψηφιότητα Μαλά, που δεν πείστηκαν από αυτήν και που όταν τελικα ψήφισαν τον υποψήφιο του ΑΚΕΛ το έκαναν κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή και με μισή καρδία.

Μια επανεξέταση της απόφασης αποχής της ΕΡΑΣ έχει μια σημασία εάν κανείς αναλογιστεί την επικίνδυνη δυναμική που μπορεί να πάρει μια τάση αποστασιοποίησης της κοινωνίας από την πολιτική, την γενικευμένη απαξίωση των πολιτικών ιδεολογιών, την αμφισβήτηση της διάκρισης αριστεράς/δεξιάς και το φαινόμενο ανάδυσης ενός νέου λαϊκισμού –τύπου Λιλλήκα- που αναμεμειγμένου με εθνικισμό διεκδικεί να καλύψει από τα δεξιά ένα κενό πολιτικών εκπροσωπήσεων. Λέγοντας όλα τα παραπάνω ο συγγραφέας αυτού του σημειώματος στέκεται καταρχήν θετικά –έστω και ετεροχρονισμένα- σε μια κριτική στήριξη του υποψηφίου της Αριστεράς με δεδομένο όμως πως αυτή η στήριξη θα ήταν πράγματι μια κριτική υποστήριξη που δεν θα αποκρύπτει τις υπαρκτές πολιτικές διαφωνίες μας με το ΑΚΕΛ παραδίδοντας απλώς στην ηγεσία του κόμματος κάποιες ακόμη υπογραφές υποστήριξης του υποψηφίου του.

Όλα αυτά τα ζητήματα είναι πτυχές μιας ευρύτερης συζήτησης που απασχολεί την ΕΡΑΣ σχετικής με μια κεντρικής σημασίας διαπίστωση της κρίσης των πολιτικών εκπροσωπήσεων της κυπριακής κοινωνίας από το σημερινό πολιτικό σύστημα και την κρίση -μέσα σε αυτήν- της παραδοσιακής αριστεράς να υπηρετήσει από την δική της σκοπιά τα ευρύτερα λαϊκά συμφέροντα. Σε αυτήν λοιπόν την συζήτηση οι συμβολές φίλων συντρόφων εκτός ΕΡΑΣ είναι ασφαλώς ευπρόσδεκτες. Είναι όμως στενάχωρο να βλέπει κανείς από την μεριά αυτών των συντρόφων η οξυδέρκεια των επισημάνσεων τους να εξαντλείτε σε μια κριτική σχετικά με την στάση αποχής της πλειοψηφίας της ΕΡΑΣ αφήνοντας, την ίδια στιγμή, αναπάντητα όλα τα υπόλοιπα ζητήματα που αναδείχθηκαν σε αυτήν την συζήτηση τόσο σε σχέση με την εκλογική τακτική όσο και την ευρύτερη στρατηγική τοποθέτηση του ΑΚΕΛ.

Σε αυτήν την συζήτηση –που δεν αφορά απλώς έναν ενδοαριστερό διάλογο αλλά την κοινωνία όλη- οι φίλοι σύντροφοι θα προτιμήσουν να μην τοποθετηθούν ευθέως. Στις συμβολές των συντρόφων υπάρχει πολύ χώρος για μια σειρά από παρατηρήσεις σχετικά με την σημασία της ψήφου στη αριστερά, την ιδιαιτερότητα της ιστορικής συγκυρίας αυτών των εκλογών, τους σχεδιασμούς και τις ευθύνες της εγχώριας και ευρωπαϊκής δεξιάς αλλά δεν βρίσκουμε τίποτα σχετικό με μια επί της ουσίας συζήτηση αποτίμηση της υποψηφιότητας της αριστεράς, το πρόγραμμα αυτής της υποψηφιότητας, το πολιτικό της στίγμα –σαν να είναι λυμένα αυτά τα ζητήματα, να μην αφορούν και να μην προβληματίζουν κανέναν άλλο παρά μόνο μια μειοψηφία αγωνιστών της αριστεράς.
Αλλά ακόμη και όταν εμπλέκονται τελικά σε μια τέτοια συζήτηση –και εδώ ακριβώς έγκειται η πολύ μεγάλη συμβολή της ΕΡΑΣ σε αυτήν την δημόσια συζήτηση- φαίνεται να στέκονται μετρημένοι και φειδωλοί στις διαπιστώσεις τους: καμία κριτική απέναντι στην τακτική του ΑΚΕΛ, καμία αναφορά σχετικά με την χαμηλή συσπείρωση του κόσμου της αριστεράς στην υποψηφιότητα Μαλά, καμία εκτίμηση για τα αίτια της μεγάλης αποχής των αριστερών ψηφοφόρων σε αυτές τις εκλογές.
Στα γραπτά των συντρόφων θα βρούμε μόνο την επανεκπομπή των πολιτικών μηνυμάτων που η ηγεσία του ΑΚΕΛ θέλει να περάσει με ένα τρόπο που φανερώνει πως οι σύντροφοι έχουν επιλέξει για τον εαυτό τους τον άχαρο ρόλο ενός αριστερού διερμηνέα μιας δεξιάς κομματικής γραμμής.
Αυτή η επιλογή όμως δεν μπορεί να γίνει δίχως ένα τίμημα. Και το τίμημα σε αυτήν την περίπτωση είναι η εμπέδωση μιας ηττοπαθούς και συμβιβαστικής στάσης πολύ χειρότερη από την ηττοπάθεια που καταλογίζουν στην αποχή της ΕΡΑΣ. Και αυτό γιατί στην δική τους στάση βρίσκεται ένας συμβιβασμός με τις πολιτικές του νεοφιλελευθερισμού, τα μνημόνια και τις τρόικες, την ΕΕ, την πολιτική της δεξιάς και τις αποκρατικοποιήσεις. Είναι ένας συμβιβασμός με την κυριαρχία του κεφαλαίου που μας κάνει να τρέμουμε στην ιδέα πως μπορεί να κλείσουν τράπεζες αλλά να θεωρούμε ρεαλιστικό το να κόβουμε μισθούς και μάλιστα να αναγνωρίζουμε και ένα προοδευτικό τρόπο για να γίνει αυτό. Είναι ένας συμβιβασμός με το σημερινό πολιτικό σύστημα και τα όρια μιας αριστερής διακυβέρνησης υποταγμένης στο κυνικό ρεαλισμό της αστικής διαχείρισης. Και είναι αυτός ο συμβιβασμός που στέλνει στους νέους το μήνυμα μιας απογοήτευσης από την πολιτική –και ακόμη χειρότερα τους στέλνει σε αναζήτηση μιας αντισυστημικής πολιτικής δύναμης στο περιθώριο των φασιστικών οργανώσεων.

Στις τοποθετήσεις όμως των φίλων συντρόφων υπάρχει ένα ακόμη σημείο που μας προβληματίζει. Διαβάζοντας την κριτική που ασκούν πάνω στην απόφαση της ΕΡΑΣ για αποχή βλέπουμε σαν να θεωρούν προεξοφλημένη την στοίχιση των αριστερών και ευρύτερα λαϊκών μαζών πίσω από το ΑΚΕΛ και τον υποψήφιο του. Σαν να πρόκειται για κάποια υποχρέωση και ένα ηθικό καθήκον του κόσμου της αριστεράς να συντάσσεται, δίχως όρους και προϋποθέσεις, πίσω από τις αποφάσεις και τα κελεύσματα της ηγεσίας του ΑΚΕΛ.

Έτσι έχουμε μια περίεργη αντιστροφή: Απέναντι στο ακροατήριο του κεντρώου χώρου η επιχειρηματολογία για την στήριξη της υποψηφιότητας Μαλά εκφράζεται ως μια ανοιχτή πρόκληση και ένα ανοιχτό πολιτικό συμβόλαιο που τόσο ο υποψήφιος όσο και το κόμμα που τον υποστηρίζει οφείλουν να τιμήσουν. Όταν όμως εστιάζουμε προς τους αριστερούς ψηφοφόρους τότε η γραμμή και το ύφος ξαφνικά αλλάζει. Όσο ο υποψήφιος της Αριστεράς θα διεκδικεί την ψήφο των κεντρώων και της “προοδευτικής” δεξίας πασχίζοντας να ενσαρκώσει καλύτερα από τους δεξιούς μια κυβέρνηση εθνικού συνασπισμού, οι αριστεροί ψηφοφόροι θα εγκαλούνται, με ύφος κατηγορηματικής προσταγής και στην βάση μιας αφηρημένης ιδεολογικής έγκλησης, για την υποχρέωση τους –γενικά και αόριστα- να ψηφίσουν τον υποψήφιο του ΑΚΕΛ.

Όσοι αριστεροί θα έχουν ενστάσεις ή διαφωνίες σχετικά με την τακτική του ΑΚΕΛ θα συναντήσουν την αυστηρή προειδοποίηση πως τα ζητήματα αυτά είναι θέματα εσωτερικής υπόθεσης. Και εδώ η συζήτηση τελειώνει δίνοντας μας να καταλάβουμε πως μια συζήτηση εξέτασης και απολογισμού της τακτικής του κόμματος της αριστεράς ανήκει αποκλειστικά και μόνο στην ηγεσία του. Όταν, λοιπόν, το κόμμα αποφασίζει τότε μέλη και αριστεροί ψηφοφόροι οφείλουν –για το καλό της αριστεράς- να υπακούν σιωπηρά ακόμη και εάν έχουν ενστάσεις ή κριτικές. Έτσι, στο τέλος ακόμη και οι αριστεροί ψηφοφόροι καλούνται να πειθαρχήσουν στις αποφάσεις του κόμματος όπως λίγο πολύ τα μέλη του ΑΚΕΛ οφείλουν να λειτουργούν κάτω από το καθεστώς δημοκρατικού συγκεντρωτισμού.
Στο αντίποδα βέβαια αυτής της λογική, και στο τρόπο που η ΕΡΑΣ θέλει να βλέπει τα πράγματα, βρίσκεται η άποψη πως οι αριστεροί δεν θα πρέπει να κρύβουν από την κοινωνία οτι συζητάνε ελεύθερα. Αντί κανείς να θεωρεί τις διαφωνίες μέσα στην αριστερά ένα βαρίδιο και ένα διαλυτικό φαινόμενο θα έπρεπε σε αυτές να αναγνωρίζει την στέρεη βάση της πολιτικής λογοδοσίας, της αξιολόγησης και του ελέγχου/απολογισμού των γραμμών μας. Είναι γι’ αυτό το λόγο που οι πολιτικές διαφωνίες μέσα στην αριστερά δεν μπορεί και να προσπεραστούν ξορκίζοντας τες απλώς ως ένα σύμπτωμα ή μια κακή κωμωδία.

Όταν λοιπόν οι σύντροφοι, απευθυνόμενοι προς την ΕΡΑΣ, δεν μας εκπλήσσει που φαίνεται να μεταχειρίζονται –στην βάση αυτής της αντίληψης σχετικά με τις δυνατότητες μιας κριτική αξιολόγησης της τακτικής της αριστεράς- μια ελλειμματική λογική που κωδικοποιείται στον ακόλουθο συλλογισμό: Η ΕΡΑΣ θέλει την συσπείρωση της αριστεράς, το ΑΚΕΛ είναι η αριστερά άρα η ΕΡΑΣ θα πρέπει να συσπειρωθεί πίσω απο το ΑΚΕΛ/δεν θα πρέπει να βρεθεί εκτός των γραμμών του κόμματος/δεν θα πρέπει να λειτουργεί διασπαστικά ως προς αυτό.
Από την δική μας μεριά, παρόλα αυτά, οφείλουμε να επισημάνουμε στους φίλους συντρόφους πως η συσπείρωση για την οποία μιλούν προϋποθέτει την αναγνώριση της πολυσυλλεκτικότητας των γραμμών της αριστεράς, τον σεβασμό στην διαφωνία και την κριτική, προϋποθέτει έναν ανοιχτό και διαφανή πολιτικό διάλογο. Η συσπείρωση της αριστεράς είναι, με άλλα λόγια, η δυναμική μιας πολιτικής σύγκλισης πάνω σε μια κοινή κατανόηση των πολιτικών μας καθηκόντων στην συγκυρία που ως τέτοια οφείλουμε να την επαναβεβαιώνουμε διαρκώς. Το σίγουρο όμως, σε κάθε περίπτωση, είναι πως η συσπείρωση της αριστεράς δεν μπορεί να είναι απλώς ένα στρατιωτικό παράγγελμα και μια προσταγή.

Τέλος, η έννοια της συσπείρωσης δεν έχει μια μονοσήμαντη ανάγνωση. Υπάρχει καταρχήν η συσπείρωση της αριστεράς μέσα στους κοινωνικούς αγώνες, στον αγώνα ενάντια στα μνημόνια, απέναντι στο φασισμό και τον εθνικισμό. Υπάρχει η συσπείρωση της αριστεράς απέναντι στην εργοδοσία, την δεξιά, στην σημερινή προεδρία Αναστασιάδη. Η ΕΡΑΣ αποτελεί ένα εγχείρημα που από θέση αρχής τοποθετείτε καταρχήν θετικά απέναντι σε αυτές τις προκλήσεις. Όμως την ίδια στιγμή φιλοδοξεί να αποτελέσει –όπως σημειώνεται με καθαρό τρόπο σε ιδρυτικά της κείμενα- και “ένα εγχείρημα μιας συντονισμένης οργάνωσης και δράσης της πέραν του ΑΚΕΛ αριστεράς, ένα εγχείρημα συσπείρωσης μιας κρίσιμης μάζας αγωνιστών και αγωνιστριών που θα μπορεί να παρέμβει με αποτελεσματικότητα στην κυπριακή πολιτική σκηνή”. Είναι γι’ αυτούς τους λόγους που μια απόκριση του τύπου “η ΕΡΑΣ όφειλε γενικά να στηρίξει Μαλά” ή πως “ χρέος των αριστερών (και της ΕΡΑΣ) είναι να στηρίζουν το ΑΚΕΛ” όχι μόνο δείχνει να μην αντιλαμβάνεται αυτήν την πραγματικότητα αλλά εκφράζει και μια στενά περιορισμένη κατανόηση των πολιτικών διακυβευμάτων στα οποία καλείται να απαντήσει η σημερινή αριστερά.

Χρήστος Τσέλιος

8 Μαρ 2013

Τι κατέγραψαν στην Κύπρο οι προεδρικές εκλογές. Του Σταύρου Τομπάζου


ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΗ ΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΕΚΛΟΓΙΚΟ ΣΩΜΑ




Ο υ­πο­ψή­φιος του Δη­μο­κρα­τι­κού Συ­να­γερ­μού (ΔΗ. ΣΥ: μέ­λος του Ευ­ρω­παϊκού Λαϊκού Κόμ­μα­τος) και του Δη­μο­κρα­τι­κού Κόμ­μα­τος (ΔΗ.ΚΟ), Νί­κος Ανα­στα­σιά­δης, κέρ­δι­σε τις προ­ε­δρι­κές ε­κλο­γές (24/02/2013) με έ­να πο­σο­στό 57,5%, έ­να­ντι του υ­πο­ψη­φίου του Α­ΚΕ­Λ, Σταύ­ρου Μα­λά, που πε­ριο­ρί­στη­κε στο 42,5%. Ήδη, ο πρώ­τος γύ­ρος των ε­κλο­γών (17/02/2013) στη «μνη­μο­νια­κή» Κύ­προ ε­πι­βε­βαίω­σε, και στο ε­πί­πε­δο της κάλ­πης, μια σα­φή με­τα­τό­πι­ση της κυ­πρια­κής κοι­νω­νίας προς τα δε­ξιά. O Νί­κος Ανα­στα­σιά­δης α­να­δείχ­θη­κε πρώ­τος με 45,5%. Το πο­σο­στό του α­νε­ξάρ­τη­του υ­πο­ψή­φιου που υ­πο­στή­ρι­ξε ε­πί­ση­μα μό­νο η Ε­ΔΕ­Κ, ο ο­ποίος ό­μως υ­πο­στη­ρίχ­θη­κε και α­πό έ­να (πλειο­ψη­φι­κό) κομ­μά­τι του ΔΗ.ΚΟ που δεν πει­θάρ­χη­σε στην κομ­μα­τι­κή του η­γε­σία, κα­θώς και α­πό την πλειο­ψη­φία των ψη­φο­φό­ρων του α­κρο­δε­ξιού Ευ­ρω­παϊκού Κόμ­μα­τος (Ευ­ρω. Κο), Γιώρ­γου Λιλ­λή­κα, α­νήλ­θε στο 25%.

Οι τρεις υ­πο­ψή­φιοι

Ο Νί­κος Ανα­στα­σιά­δης εί­ναι ο αυ­θε­ντι­κός εκ­φρα­στής της μνη­μο­νια­κής πο­λι­τι­κής στην Κύ­προ. Για να συ­νερ­γα­στεί με την η­γε­σία του ΔΗ.ΚΟ, ά­φη­σε τις προ­σω­πι­κές του α­πό­ψεις σχε­τι­κά με το Κυ­πρια­κό στο πε­ρι­θώ­ριο, και έ­δω­σε την ε­κλο­γι­κή του μά­χη με ε­πί­κε­ντρο την οι­κο­νο­μι­κή δια­χεί­ρι­ση της κρί­σης. Απα­ξίω­σε κά­θε αμ­φι­βο­λία σχε­τι­κά με την «α­νά­γκη» υιο­θέ­τη­σης του Μνη­μο­νίου, το ο­ποίο α­πο­τε­λεί μο­νό­δρο­μο για το κυ­πρια­κό κα­τε­στη­μέ­νο.
Το με­γά­λο ε­κλο­γι­κό πο­σο­στό του Γ. Λιλ­λή­κα ερ­μη­νεύε­ται ως ε­νί­σχυ­ση του «α­πορ­ρι­πτι­κού με­τώ­που», που προ­κρί­νει τη μο­νι­μο­ποίη­ση του ε­θνι­κού δια­χω­ρι­σμού στην Κύ­προ, δε­δο­μέ­νης της το­πο­θέ­τη­σής του κα­τά της Δι­ζω­νι­κής, Δι­κοι­νο­τι­κής Ομο­σπον­δίας (μια θέ­ση που μέ­χρι πο­λύ πρό­σφα­τα υ­πο­στή­ρι­ζε δη­μό­σια μό­νο η ά­κρα δε­ξιά στην Κύ­προ).
Ο Γ. Λιλ­λή­κας, αρ­χι­κά συμ­με­τεί­χε πρω­τα­γω­νι­στι­κά στην εκ­στρα­τεία της κυ­πρια­κής Δε­ξιάς και της Ε­ΔΕΚ που πίε­ζαν συ­νε­χώς τον πρό­ε­δρο Χρι­στό­φια να κλεί­σει ά­ρον ά­ρον το μνη­μό­νιο με την Τρόι­κα. Μό­λις ό­μως ο Χρι­στό­φιας έ­κλει­σε τη συμ­φω­νία, με­τα­το­πί­στη­κε σε δή­θεν α­ντι­μνη­μο­νια­κές θέ­σεις. Υπο­στή­ρι­ξε την κα­τά το δυ­να­τόν συ­ντο­μό­τε­ρη α­πε­μπλο­κή α­πό το μνη­μό­νιο, δια­μέ­σου της προ­πώ­λη­σης του φυ­σι­κού α­ε­ρίου. Πρό­κει­ται βέ­βαια για κα­θα­ρά δη­μα­γω­γι­κή θέ­ση. Μια τέ­τοια προ­πώ­λη­ση θα σή­μαι­νε εκ­ποίη­ση δη­μό­σιου πλού­του σε ε­ξευ­τε­λι­στι­κές τι­μές.

Στρο­φή προς τα δε­ξιά

Αν και οι δή­θεν α­ντι­μνη­μο­νια­κές θέ­σεις του Γ. Λιλ­λή­κα εί­ναι δυ­να­τόν να προ­σέλ­κυ­σαν πολ­λούς ψη­φο­φό­ρους, δεν υ­πάρ­χει κα­μιά αμ­φι­βο­λία ό­τι η ε­κλο­γι­κή του ε­πί­δο­ση α­πο­κρυ­σταλ­λώ­νει μια δε­ξιά στρο­φή του ε­κλο­γι­κού σώ­μα­τος. Ο Γ. Λιλ­λή­κας εμ­φα­νί­στη­κε δη­μό­σια (και τη­λε­ο­πτι­κά) δί­πλα α­πό η­γε­τι­κές μορ­φές της ά­κρας δε­ξιάς ό­πως ο Νί­κος Κου­τσού, και α­πό βου­λευ­τές γνω­στούς για τον πρω­τό­γο­νο, ξε­νο­φο­βι­κό τους λό­γο, ό­πως ο Ζα­χα­ρίας Κου­λίας. Ο ί­διος ο Λιλ­λή­κας έ­θε­σε θέ­μα, ό­χι μό­νο για τους «λα­θρο­με­τα­νά­στες», αλ­λά α­κό­μη και για τους «κοι­νο­τι­κούς» που ερ­γά­ζο­νται στην Κύ­προ.
Το Α­ΚΕΛ εί­δε τα πο­σο­στά του να μειώ­νο­νται κα­τά 6 σχε­δόν μο­νά­δες α­πό τις τε­λευ­ταίες βου­λευ­τι­κές ε­κλο­γές στις 22/05/2011, ό­που ε­ξα­σφά­λι­σε πο­σο­στό 32,5%. Ωστό­σο, κά­τω α­πό τις πε­ρι­στά­σεις, η η­γε­σία του κόμ­μα­τος θεώ­ρη­σε μι­κρή αυ­τή την α­πώ­λεια και το 27% του Μα­λά, ως διά­ψευ­ση των φό­βων για ε­κλο­γι­κή πα­νω­λε­θρία. Με­τά την έ­κρη­ξη στη ναυ­τι­κή βά­ση του Μα­ρί και τη με­γά­λη κα­τα­στρο­φή στον πα­ρα­πλή­σιο σταθ­μό πα­ρα­γω­γής η­λεκ­τρι­κού ρεύ­μα­τος, το Α­ΚΕΛ και η κυ­βέρ­νη­σή του δέ­χτη­καν μια συ­ντο­νι­σμέ­νη ε­πί­θε­ση α­πό ό­λα τα άλ­λα πο­λι­τι­κά κόμ­μα­τα. Η δαι­μο­νο­ποίη­ση της κυ­βέρ­νη­σης στό­χευε βέ­βαια στη γε­νι­κό­τε­ρη α­πα­ξίω­ση της Αρι­στε­ράς και στην ε­πι­βο­λή «ορ­θό­δο­ξων» οι­κο­νο­μι­κών πο­λι­τι­κών. Κά­τω α­πό την πίε­ση, η κυ­βέρ­νη­ση και το Α­ΚΕΛ σύρ­θη­καν προο­δευ­τι­κά στην α­πο­δο­χή του μνη­μο­νίου που προ­δια­γρά­φει για την κυ­πρια­κή κοι­νω­νία μια πο­ρεία α­νά­λο­γη με αυ­τή της ελ­λη­νι­κής. Αυ­τή τη στιγ­μή η Κύ­προς γνω­ρί­ζει έ­να πο­σο­στό α­νερ­γίας πέ­ραν του 15%, ε­νώ μέ­χρι το τέ­λος του χρό­νου θα φθά­σει στο 20%.

Οι ε­πι­πτώ­σεις της κρί­σης

Οι κοι­νω­νι­κές ε­πι­πτώ­σεις της κρί­σης εί­ναι ή­δη ό­μοιες στην Ελλά­δα και την Κύ­προ. Απλώς, ο φαύ­λος κύ­κλος της ύ­φε­σης και της ε­σω­τε­ρι­κής υ­πο­τί­μη­σης εί­ναι πα­λαιό­τε­ρος στην Ελλά­δα. Ωστό­σο, η ε­πί­δρα­ση της κρί­σης στην πο­λι­τι­κή γεω­γρα­φία εί­ναι πο­λύ δια­φο­ρε­τι­κή στην Ελλά­δα και την Κύ­προ.
Η α­νά­πτυ­ξη των κοι­νω­νι­κών κι­νη­μά­των στην Ελλά­δα ε­πέ­τρε­ψε τη με­τα­τό­πι­ση του ε­κλο­γι­κού σώ­μα­τος προς τα α­ρι­στε­ρά και έ­θε­σε τέρ­μα στον πα­λαιό δι­κομ­μα­τι­σμό. Η Ελλά­δα πέ­ρα­σε ό­μως α­πό έ­ναν εμ­φύ­λιο. Η ρι­ζο­σπα­στι­κή Αρι­στε­ρά εί­χε πά­ντα μιαν α­ξιο­ση­μείω­τη πα­ρου­σία στην πο­λι­τι­κή σκη­νή: ε­φη­με­ρί­δες και πε­ριο­δι­κά της ρι­ζο­σπα­στι­κής Αρι­στε­ράς, δια­νοού­με­νοι με βα­θιά α­ρι­στε­ρή παι­δεία, πο­λι­τι­κές ορ­γα­νώ­σεις με ή χω­ρίς κοι­νο­βου­λευ­τι­κή εκ­προ­σώ­πη­ση κ.λπ.
Στην Κύ­προ τα πράγ­μα­τα εί­ναι πο­λύ δια­φο­ρε­τι­κά. Η ε­κλο­γι­κή ε­πιρ­ροή της Αρι­στε­ράς ου­δέ­πο­τε βα­σί­στη­κε στα κοι­νω­νι­κά κι­νή­μα­τα. Σ’ ό­λη την ι­στο­ρία της Κυ­πρια­κής Δη­μο­κρα­τίας, το Α­ΚΕΛ υ­πήρ­ξε έ­να κόμ­μα της συ­μπο­λί­τευ­σης, ε­κτός α­πό τη δε­κα­ε­τία δια­κυ­βέρ­νη­σης του Γλαύ­κου Κλη­ρί­δη: με τον Μα­κά­ριο κα­ταρ­χήν, με τον Σπύ­ρο Κυ­πρια­νού,Γιώρ­γο Βα­σι­λείου, Τάσ­σο Πα­πα­δό­που­λο στη συ­νέ­χεια και εν τέ­λει με τον ί­διο του τον πρώην γε­νι­κό γραμ­μα­τέα, Δη­μή­τρη Χρι­στό­φια. Το Α­ΚΕΛ συ­νέ­βα­λε α­πο­φα­σι­στι­κά στη διεύ­ρυν­ση του κοι­νω­νι­κού κε­κτη­μέ­νου, σε συν­θή­κες ό­μως οι­κο­νο­μι­κής α­νά­πτυ­ξης, κοι­νω­νι­κής συ­ναί­νε­σης και σχε­τι­κής τα­ξι­κής «ει­ρή­νης».
Στην Κύ­προ δεν υ­πάρ­χει α­ντι­μνη­μο­νια­κή, ρι­ζο­σπα­στι­κή, α­ρι­στε­ρή πα­ρου­σία στα ΜΜΕ. Εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ό­τι ε­νώ δε­κά­δες ει­δή­μο­νες και μη ει­δή­μο­νες εμ­φα­νί­ζο­νται στην τη­λεό­ρα­ση για να ε­ξη­γούν στον «α­δαή» θε­α­τή σε ό­λους του τό­νους την «α­νά­γκη» του μνη­μο­νίου, η α­ντί­θε­τη ά­πο­ψη «εκ­προ­σω­πεί­ται» μό­νο α­πό έ­ναν α­ρι­στε­ρό πα­νε­πι­στη­μια­κό.

Το πα­ρά­δο­ξο του Α­ΚΕ­Λ

Τώ­ρα που η οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση «ε­γκα­θί­στα­ται» μα­κρο­χρό­νια και η τα­ξι­κή ει­ρή­νη ση­μαί­νει, για την ερ­γα­τι­κή τά­ξη, τα­ξι­κή συν­θη­κο­λό­γη­ση ά­νευ ό­ρων, το Α­ΚΕΛ κο­λυ­μπά έ­ξω α­πό τα νε­ρά του. Του λεί­πουν τα πο­λι­τι­κά α­ντα­να­κλα­στι­κά για να α­πευ­θυν­θεί στο κοι­νω­νι­κό κί­νη­μα, να εν­θαρ­ρύ­νει τη δρά­ση του και να στη­ριχ­θεί σ’ αυ­τή. Έτσι ερ­μη­νεύε­ται το γε­γο­νός ό­τι σύρ­θη­κε προο­δευ­τι­κά στην α­πο­δο­χή του μνη­μο­νίου.
Όπως δεί­χνουν οι δη­μο­σκο­πή­σεις, το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος της ε­κλο­γι­κής α­πώ­λειας του Α­ΚΕΛ με­τα­κι­νή­θη­κε με πο­σο­στά δύο προς έ­να στους Γ. Λιλ­λή­κα και Ν. Ανα­στα­σιά­δη α­ντί­στοι­χα. Η α­πο­χή που αυ­ξή­θη­κε α­πό 10,5% σε 17% σε σχέ­ση με τις προ­ε­δρι­κές του 2008 (πρώ­τος γύ­ρος), μειώ­θη­κε σε σχέ­ση με τις βου­λευ­τι­κές του 2011, ό­που το πο­σο­στό α­πο­χής ή­ταν 21%. Το Α­ΚΕΛ α­πώ­λε­σε γύ­ρω στο 19% της ε­κλο­γι­κής του δύ­να­μης συ­γκρι­τι­κά με τον πρώ­το γύ­ρο των προ­ε­δρι­κών ε­κλο­γών του 2008 (σχε­δόν 6,5 μο­νά­δες των έ­γκυ­ρων ψη­φο­δελ­τίων), δη­λα­δή 1 στους 5 ψη­φο­φό­ρους. Δε­δο­μέ­νου ό­τι η ε­κροή ψη­φο­φό­ρων προς τον Λιλ­λή­κα και τον Ανα­στα­σιά­δη (δεν λαμ­βά­νου­με υ­πό­ψη τις εισ­ροές α­πό τη Δε­ξιά και την Ε­ΔΕΚ προς τον Μα­λά), βά­σει των δη­μο­σκο­πή­σεων, υ­πο­λο­γί­ζε­ται κο­ντά στο 19% της ε­κλο­γι­κής του δύ­να­μης, ε­λά­χι­στο πε­ρι­θώ­ριο μέ­νει για τους ψη­φο­φό­ρους που έ­χα­σε στην α­πο­χή. Ου­σια­στι­κά το πο­σο­στό που το Α­ΚΕΛ έ­χα­σε στην α­πο­χή, α­ντι­στοι­χεί με το πο­σο­στό που πή­ρε α­πό τα άλ­λα κόμ­μα­τα (πε­ρί το 2%).
Η προ­ε­κλο­γι­κή εκ­στρα­τεία του Σταύ­ρου Μα­λά υ­πήρ­ξε οι­κο­νο­μι­κά φι­λο­μνη­μο­νια­κή, κοι­νω­νι­κά συ­ντη­ρη­τι­κή (το­πο­θε­τή­θη­κε μέ­χρι και κα­τά των αμ­βλώ­σεων), συμ­βο­λι­κά ο­πι­σθο­δρο­μι­κή (α­πα­ρά­δε­χτες «δια­βε­βαιώ­σεις» στον Αρχιε­πί­σκο­πο Κύ­πρου σχε­τι­κά με το ρό­λο του τε­λευ­ταίου στην πο­λι­τι­κή). Όσον α­φο­ρά στο Κυ­πρια­κό, ο Μα­λάς ε­πέ­δει­ξε έ­φε­ση στις «πα­ρα­χω­ρή­σεις» στο λε­γό­με­νο «α­πορ­ρι­πτι­κό μέ­τω­πο», α­πο­σύ­ρο­ντας α­κό­μη και τις προ­τά­σεις Χρι­στό­φια σχε­τι­κά με τον α­ριθ­μό των «ε­ποί­κων» που θα πα­ρα­μεί­νουν στην Κύ­προ με­τά τη λύ­ση του Κυ­πρια­κού και σχε­τι­κά με την εκ πε­ρι­τρο­πής προ­ε­δρία με «δια­σταυ­ρού­με­νη» ψή­φο.
Πα­ρά τη δε­ξιά εκ­στρα­τεία του υ­πο­ψη­φίου της Αρι­στε­ράς, ο Μα­λάς δεν κα­τά­φε­ρε να συ­γκρα­τή­σει τις α­πώ­λειες ψη­φο­φό­ρων του Α­ΚΕΛ προς τα δε­ξιά α­πό τη μια πλευ­ρά, ε­νώ, α­πό την άλ­λη, κα­τέ­στη­σε δυ­σκο­λό­τε­ρη μιαν εν­δε­χό­με­νη, προο­δευ­τι­κή με­τα­τό­πι­ση του Α­ΚΕΛ σε μιαν α­ντι­μνη­μο­νια­κή α­ντι­πο­λί­τευ­ση. Ωστό­σο, πολ­λοί ψη­φο­φό­ροι που τον ψή­φι­σαν, λει­τούρ­γη­σαν α­πό τα­ξι­κό «έν­στι­κτο». Γνω­ρί­ζουν ό­τι η πο­λι­τι­κή πε­ρι­θω­ριο­ποίη­ση του Α­ΚΕΛ και η ε­κλο­γι­κή του ε­ξα­σθέ­νι­ση προς ό­φε­λος της Δε­ξιάς ε­πι­δρά αρ­νη­τι­κά στους ερ­γα­ζό­με­νους και κα­θι­στά την α­ντί­στα­ση στα μνη­μο­νια­κά μέ­τρα α­κό­μη πιο δύ­σκο­λη. Ο βου­λευ­τής του ΔΗ.ΣΥ. Χρή­στος Στυ­λια­νί­δης, που θα α­να­λά­βει τώ­ρα τη θέ­ση του κυ­βερ­νη­τι­κού εκ­προ­σώ­που στη νέα κυ­βέρ­νη­ση, ή­ξε­ρε τι έ­λε­γε ό­ταν δή­λω­νε σε τη­λε­ο­πτι­κή εκ­πο­μπή ό­τι αν πά­ρει 60% ο Ανα­στα­σιά­δης «ό­ποιος τολ­μή­σει να βγαί­νει στους δρό­μους κά­θε μέ­ρα, να κά­νει α­περ­γίες και να α­να­τρέ­πει την οι­κο­νο­μι­κή α­νά­πτυ­ξη, θα βρί­σκε­ται α­ντι­μέ­τω­πος με το 60%».

Προ­βλη­μα­τι­σμός στο Α­ΚΕ­Λ

Η ε­κλο­γι­κή ήτ­τα της Αρι­στε­ράς στην Κύ­προ θα προ­κα­λέ­σει προ­βλη­μα­τι­σμό και συ­ζή­τη­ση στο Α­ΚΕ­Λ, που αυ­τή τη στιγ­μή δύ­σκο­λα βρί­σκει τις α­ντι­στοι­χίες του στην ευ­ρω­παϊκή πο­λι­τι­κή σκη­νή. Ακο­λου­θεί τη γραμ­μή της ευ­ρω­παϊκής σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τίας σε θέ­μα­τα οι­κο­νο­μι­κής πο­λι­τι­κής, α­νή­κει ό­μως στο Κόμ­μα της Ευ­ρω­παϊκής Αρι­στε­ράς και δέ­χε­ται τις ε­πιρ­ροές του. Η οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση στην Κύ­προ δεν θα α­φή­σει πολ­λά πε­ρι­θώ­ρια για να συν­δυά­ζει κα­νείς φι­λο­μνη­μο­νια­κή πο­λι­τι­κή και α­ντι­πο­λι­τευ­τι­κή δρά­ση. Το Α­ΚΕΛ βρί­σκε­ται σε μια κρί­σι­μη κα­μπή της ι­στο­ρίας του, ό­που θα πρέ­πει να πά­ρει ση­μα­ντι­κές α­πο­φά­σεις σχε­τι­κά με τον προ­σα­να­το­λι­σμό του. Στο ε­σω­τε­ρι­κό του, θα δια­μορ­φω­θούν α­ντί­θε­τες τά­σεις που θα ε­πι­χει­ρή­σουν να το ω­θή­σουν προς δια­φο­ρε­τι­κές κα­τευ­θύν­σεις.
Κά­θε προ­σπά­θεια για δια­μόρ­φω­ση ε­νός με­τώ­που κοι­νω­νι­κής α­ντί­στα­σης στη με­τω­πι­κή ε­πί­θε­ση του κε­φα­λαίου δεν μπο­ρεί να α­δια­φο­ρεί για τις πο­λι­τι­κές ε­ξε­λί­ξεις μέ­σα στο Α­ΚΕ­Λ, διό­τι σ’ αυ­τόν κυ­ρίως τον πο­λι­τι­κό χώ­ρο βρί­σκο­νται οι ορ­γα­νω­μέ­νες δυ­νά­μεις που θα μπο­ρού­σαν να α­κυ­ρώ­σουν το μνη­μό­νιο και να α­πε­λευ­θε­ρώ­σουν την Κύ­προ α­πό το πλου­το­κρα­τι­κό κα­τε­στη­μέ­νο των τρα­πε­ζών, των με­γά­λων δι­κη­γο­ρι­κών και λο­γι­στι­κών γρα­φείων που δια­χει­ρί­ζο­νται τις εισ­ροές κε­φα­λαίων σε συν­θή­κες «φο­ρο­λο­γι­κού πα­ρα­δεί­σου». Οι ξέ­νες κα­τα­θέ­σεις στην Κύ­προ συ­νέ­βα­λαν στη δη­μιουρ­γία ε­νός μο­ντέ­λου «α­νά­πτυ­ξης» που πα­ρά­γει «φού­σκες» στον κα­τα­σκευα­στι­κό το­μέα και τα α­κί­νη­τα, α­λό­γι­στη τρα­πε­ζι­κή ε­πέ­κτα­ση ε­ντός και ε­κτός Κύ­πρου, πε­ρι­βαλ­λο­ντι­κή κα­τα­στρο­φή, τε­ρά­στιες κοι­νω­νι­κές α­νι­σό­τη­τες, α­νερ­γία και φτώ­χεια. Η α­ρι­στε­ρή, ε­ναλ­λα­κτι­κή πο­λι­τι­κή στο μνη­μό­νιο περ­νά υ­πο­χρεω­τι­κά μέ­σα α­πό οι­κο­νο­μι­κά μέ­τρα που αμ­φι­σβη­τούν εκ βά­θρων αυ­τό το μο­ντέ­λο.

Σταύρος Τομπάζος

http://www.epohi.gr/portal/diethni/13728-2013-03-04-03-15-12

28 Φεβ 2013

« Ράβδος στη γωνία, άρα βρέχει» ; ή η Ριζοσπαστική Αριστερά μπροστά στην αλήθεια των εκλογών;


Το αποτέλεσμα του β’ γύρου των προεδρικών εκλογών ήταν αναμενόμενο. Η νίκη του υποψήφιου της παραδοσιακής Δεξιάς οριστικοποιήθηκε με την αποτυχία της προηγούμενης κυβέρνησης και του ΑΚΕΛ να χαράξουν μια ελπιδοφόρα πορεία στην εποχή της κρίσης. Το ύψος των ποσοστών των δύο υποψηφίων δεν ξενίζει. Ανέκαθεν στο β’ γύρο έχουμε σχεδόν «μοίρασμα» της κοινωνίας , παρά τις όποιες συνεργασίες των κομμάτων γίνονται. Στις δυο πλευρές υπάρχουν τα δυο μεγάλα κόμματα και απ’ εκεί και πέρα, συσπειρώνονται μαζί τους άλλα κομμάτια της κοινωνίας βάσει καταβολών, συμφερόντων, εσωκομματικών τακτικισμών. Αρκετές φορές στο παρελθόν είχαμε πολύ μεγάλα ποσοστά του υποψηφίου του ΑΚΕΛ μόνο με τη δική του κομματική στήριξη. Να θυμίσουμε τον Βασιλείου και τον Ιακώβου, οι οποίοι πήραν μεγαλύτερα ποσοστά από τον Μαλά. Η αποχή πολλών αριστερών ψηφοφόρων σαν αποτέλεσμα της απογοήτευσης και της διαφωνίας των επιλογών της ηγεσίας του ΑΚΕΛ, είναι αυτή που περιόρισε περαιτέρω τα ποσοστά του Μαλά και έδωσε συγχρόνως ένα φαινομενικά ψηλό ποσοστό στον Αναστασιάδη.
Στην πραγματικότητα είχαμε εκλογές με τα κλασικά «κυπριακά» χαρακτηριστικά. Στη γενικότητα, ο κόσμος δεν έκανε την επιλογή του στη βάση μεγάλων και κρίσιμων ζητημάτων (μνημόνιο, κυπριακό), αλλά στη βάση των επιλογών του κόμματός του και στα αριστερά ή δεξιά αντανακλαστικά του. Και στις δυο πλευρές φυσικά υπάρχουν οι κοινωνικές ομάδες εκείνες, οι οποίες συνειδητά επέλεξαν το συγκεκριμένο υποψήφιο, ξέροντας ότι θα ευκολυνθούν στην πορεία εξυπηρέτησης των συμφερόντων τους. Αλλά σε καμιά περίπτωση δεν ήταν το στοιχείο αυτό κυρίαρχο στις εκλογές. Το μεγάλο κεφάλαιο και η ισχυρή εργοδοσία σαφώς επέλεξε Αναστασιάδη. Τον Αναστασιάδη όμως επέλεξαν και παρά πολλοί εργαζόμενοι και μάλιστα αυτοί που την επόμενη περίοδο θα κτυπηθούν από τις μνημονιακές πολιτικές (κυβερνητικοί, υπάλληλοι ημικρατικών οργανισμών κλπ).Οι εργαζόμενοι είναι κατανεμημένοι και στα δυο στρατόπεδα. Οι εκλογές αυτές απέχουν πολύ από το να χαρακτηριστούν σαν εκλογές «ταξικής συνειδητοποίησης». Εξάλλου, και οι δύο υποψήφιοι φρόντισαν να περιορίσουν το εύρος της οικονομικής και κοινωνικής τους πολιτικής στα πλαίσια τού «πιο υποφερτού μνημονίου». Κανείς δεν μίλησε ενάντια στα μνημόνια και ως εκ τούτου, οδηγήθηκε η κοινωνία στην αποδοχή τους σαν μια φυσιολογική εξέλιξη.
Η ευφορία που παρατηρείται στην ηγεσία του ΑΚΕΛ σε σχέση με τα ποσοστά είναι αποτέλεσμα των χαμηλών προσδοκιών της και των στενών κομματικών οριζόντων της. Η αποτυχία των ανθρώπων αυτών να εμπνεύσουν και να δώσουν προοπτική στους εργαζόμενους, στη νεολαία ,στην κοινωνία, είτε ως κυβέρνηση, είτε ως κόμμα, τους οδηγεί σε μια φετιχιστική αντιμετώπιση των ποσοστών. Τα ποσοστά που πήρε ο Μαλάς χρησιμοποιούνται με ένα στρεβλό τρόπο ώστε να αποκρύψουν την αποτυχία τους και να τονώσουν τη δική τους υπόσταση. Η παραπλανητική εικόνα που θέλει η ηγεσία του ΑΚΕΛ να παρουσιάσει μετά τις εκλογές, εξυπηρετεί αυτήν και την κομματική γραφειοκρατία. Η πραγματικότητα είναι ότι η Αριστερά, μέσω του ΑΚΕΛ, απέτυχε να πρωτοπορήσει, ύψωσε λευκή σημαία και παρέδωσε τη διακυβέρνηση στη Δεξιά.
Το ποσοστό που πήρε ο Μαλάς δεν εκφράζει μια ενιαία κοινωνική και πολιτική τάση. Οι πιο πολλοί ψηφοφόροι του ακολούθησαν την κομματική επιλογή. Άλλοι, γιατί δεν είχαν κάτι καλύτερο να επιλέξουν, άλλοι για να μη βγει ο Αναστασιάδης και ο Συναγερμός. Αρκετοί, σαφώς γιατί έχουν ισχυρά ιδεολογικά αντανακλαστικά και ταξική συνείδηση. Ο Μαλάς ψηφίστηκε στο β’ γύρο όμως και από πολλούς άλλους. Ακελικούς με οπισθοδρομικά χαρακτηριστικά που επέλεξαν τον Λιλλήκα στον α’ γύρο, ευάλωτοι στο λαϊκισμό, στον εθνικισμό και στο ρατσισμό. Εδεκίτες , Δηκοϊκούς και διάφορους κεντρώους , που είτε έχουν κάποιες αριστερές καταβολές, είτε έχουν μια αντισυναγερμική, αντιγριβική συνείδηση που παραπέμπει στην εποχή της σύγκρουσης Μακαρίου-Γρίβα, πραξικοπήματος, αντίστασης κλπ. , αλλά που εκφράζουν όλοι αυτοί συγχρόνως, τη μακαριακή εκδοχή του Ε/Κ εθνικισμού ή στην καλύτερη περίπτωση ένα έντονο «πατριωτισμό». Εθνικιστές που ελέγχονται από τη φράξια του Ν.Παπαδόπουλου μέσα στο ΔΗΚΟ και που επέλεξαν Μαλά για να «κοντράρουν» τη γραμμή Κάρογιαν υπέρ Αναστασιάδη. Ψήφισαν Μαλά άνθρωποι με κριτήρια τοπικά (Παφίτες)και προσωπικά, είτε λόγω του ίδιου του υποψήφιου, είτε λόγω προσωπικών συμφερόντων ένεκα της διακυβέρνησης.
Μπαίνοντας στην εποχή των μνημονίων, της φτωχοποίησης, της ανεργίας, των κοινωνικών ανισοτήτων, των περιορισμών των ατομικών δικαιωμάτων, η κοινωνία φαντάζει απροετοίμαστη. Η ταξική συνειδητοποίηση είναι στα σπάργανα. Δεν διαφαίνεται σε καμιά από τις υπάρχουσες πολιτικές δυνάμεις η διάθεση να καθοδηγήσουν αγώνες για ζητήματα εργασίας και κοινωνικών δικαιωμάτων. Τα πιο «ξύπνια» στοιχεία αυτής της κοινωνίας, είτε παραμένουν αδρανή στις παρυφές του ΑΚΕΛ, είτε αντιστέκονται στην ανεπάρκειά του , επιλέγοντας να απέχουν. Μια μεγάλη μάζα του πληθυσμού, νέοι μορφωμένοι κυρίως, κατανέμονται πολιτικά εδώ και κει, με ένα απροσδιόριστο και θολό τρόπο. Η επερχόμενη κοινωνική αναστάτωση θα τους αναγκάσει σε πιο συνειδητές επιλογές. Η Αριστερά, όπως εκφράζεται μέσω του ΑΚΕΛ, αδυνατεί να βάλει αποφασιστικά το στίγμα της στη νέα εποχή. Το πιο πιθανό είναι ότι η ηγεσία του και ο γραφειοκρατικός μηχανισμός, θα αντιμετωπίσουν το αποτέλεσμα των εκλογών, όχι σαν μια ευκαιρία να προσανατολιστούν προς την κατεύθυνση να κερδίσουν την κοινωνία με μια νέα ριζοσπαστική πολιτική, αλλά σαν μια ευκαιρία να πάνε πίσω, σε πιο «ασφαλείς» δρόμους των «παλιών καλών καιρών», των συνεργασιών με τη δήθεν δημοκρατική Δεξιά και τις «πατριωτικές δυνάμεις», των συμβιβασμών, της λιγότερης ιδεολογίας και του ανύπαρκτου οράματος.


Μάριος Θρασυβούλου


27 Φεβ 2013

Η διάθεση για αντίσταση στο μνημόνιο είναι εδώ. του Ντίνου Αγιομαμίτη


Τα αποτελέσματα των προεδρικών εκλογών μπορεί να δείχνουν μια άνετη επικράτηση του Νίκου Αναστασιάδη με 57,48% έναντι του Σταύρου Μαλά που υποστηρίχτηκε από το ΑΚΕΛ και πήρε 42,52%, αλλά η πραγματικότητα είναι ότι ούτε τόσο άνετη ήταν, ούτε τόσο ισχυρή είναι η εντολή που πήρε για να εφαρμόσει τις πολιτικές που εξάγγελλε προεκλογικά.
Κατ’ αρχήν το 57,48% που πήρε αντιπροσωπεύει 4000 ψήφους λιγότερες από όσες πήρε ο Χριστόφιας στις εκλογές του 2008 που εκλέγηκε με 53,37% και αυτό εξαιτίας της αύξησης της αποχής και του λευκού. Το δεύτερο αξιοσημείωτο είναι ότι οι ψηφοφόροι του Λιλήκα που έμεινε έξω από τον δεύτερο γύρο των εκλογών με το 24,92% που πήρε την πρώτη Κυριακή των εκλογών δεν ακολούθησαν την γραμμή που πρότεινε ο Λιλήκας και η ΕΔΕΚ για λευκό - άκυρο και ουσιαστικά ψήφισαν Μαλά (ένας στους δύο) λιγότεροι (ένας στους τρείς) τον Αναστασιάδη και μόλις ένας στους τέσσερεις έριξαν λευκό ή άκυρο.
Το 42,52% του Μαλά είναι πολύ πιο ψηλό απ’ ότι του έδιναν οι δημοσκοπήσεις για τον δεύτερο γύρο 28-29% και σίγουρα πολύ πιο ψηλό απ’ ότι περίμενε ο Αναστασιάδης, οι φίλοι του του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος που τον στήριξαν ανοικτά και οι εκπρόσωποι του κεφαλαίου και οι τραπεζίτες. Είναι κακά μαντάτα γι’ αυτούς που περίμεναν ότι με μια θριαμβευτική εκλογή Αναστασιάδη θα άνοιγε ο δρόμος για ένα πιο σκληρό μνημόνιο, για ιδιωτικοποιήσεις των κερδοφόρων ημικρατικών οργανισμών για πιο σκληρή στάση στο κυπριακό και περισσότερους ρατσιστικούς περιορισμούς για τους μετανάστες.
Σίγουρα δείχνει μια δεξιά στροφή της ελληνοκυπριακής κοινωνίας σε σχέση με την αριστερή μετατόπιση που οδήγησε στην εκλογή Χριστόφια το 2008 αλλά για πρώτη φορά καταγράφει και μια μείωση της δεξιάς μετατόπισης που κορυφώθηκε με την έκρηξη στο Μαρί και την οικονομική κρίση που οδήγησε 60 χιλιάδες ελληνοκύπριους στην ανεργία, 200,000 να ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας και κατάργηση των κοινωνικών παροχών.
Η εκπληκτική αύξηση των ποσοστών του Μαλά κατά 16% μεταξύ πρώτου και δεύτερου γύρου των εκλογών παρά το ότι κανένα κόμμα, καμιά οργάνωση, κανένας άλλος δεν υποστήριξε την υποψηφιότητα του δείχνει ότι στην ουσία ο κόσμος αυτός ψήφισε ενάντια στον Αναστασιάδη και το κόμμα του που είναι γνωστό ότι υποστηρίζουν τις ιδιωτικοποιήσεις, περισσότερη λιτότητα και πιο δεξιές επιλογές στη διεθνή πολιτική σκακιέρα και που προσεγγίζουν τις θέσεις του ΕΛΑΜ – Χρυσή Αυγή στο μεταναστευτικό και τους τουρκοκύπριους. Ήδη εξάγγειλε την αίτηση για ένταξη στον «Συνεταιρισμό για την Ειρήνη» που ουσιαστικά είναι προθάλαμος του ΝΑΤΟ.
Είναι φανερό ότι δεν θα υπάρξει περίοδος χάριτος για τον Αναστασιάδη. Η προσπάθεια του να φορτώσει όλα τα προβλήματα στην διακυβέρνηση Χριστόφια και να αθωώσει τους τραπεζίτες δεν θα τον πάει μακριά. Ο κόσμος είναι ήδη σε απόγνωση. Η αγανάκτηση του έχει εκφραστεί αρκετές φορές με δυναμικό τρόπο μπουκάροντας μέσα στο υπουργείο οικονομικών και τη Βουλή. Η αδυναμία του Αναστασιάδη να υλοποιήσει τις υποσχέσεις για γρήγορη έξοδο από την κρίση, μείωση της ανεργίας και βελτίωση της ζωής των απλών ανθρώπων θα τον φέρει πολύ σύντομα αντιμέτωπο με αρκετούς που την Κυριακή το βράδυ πανηγύριζαν.
Από την άλλη οι ηττημένοι της Κυριακής δεν είναι με το κεφάλι σκυμμένο γιατί τα ποσοστά που πήρε ο υποψήφιος της αριστεράς ήταν ανέλπιστα ψηλά και έδειξαν ότι η αριστερά δεν είναι και τόσο απομονωμένη όπως πίστευε αυτά τα τελευταία δυο χρόνια και ότι υπάρχει ένας κόσμος που έχει τη διάθεση να αντισταθεί.
Αυτός ο κόσμος είναι το ακροατήριο για όλους εμάς που στηρίξαμε τον υποψήφιο της αριστεράς αλλά κρατήσαμε με συνέπεια μια αντιμνημονιακή στάση και παλεύουμε κόντρα στο ρατσισμό και την φασιστική απειλή και για ένα ειρηνικό και αμοιβαία αποδεκτό συμβιβασμό στο κυπριακό. Μαζί με αυτό τον κόσμο μπορούμε να κτίσουμε το κίνημα που θα ανατρέψει το μνημόνιο και τις πολιτικές λιτότητας του Αναστασιάδη.


Ντίνος Αγιομαμίτης

12 Φεβ 2013

Η Ριζοσπαστική Αριστερά μπροστά στην εποχή των μνημονίων


Και ενώ ο πλανήτης βιώνει τη μεγαλύτερη κρίση του καπιταλισμού μετά το 1930, η Κύπρος δεν θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστη. Την κρίση στην Κύπρο, την οποία προκάλεσε ο τυχοδιωκτισμός της οικονομικής ελίτ του τόπου και του τραπεζικού συστήματος, την πληρώνουν οι εργαζόμενοι. Η επιβολή του μνημονίου, είναι ουσιαστικά η μετάθεση στους ώμους των ανθρώπων της εργασίας, της ζημιάς που προκάλεσε η απληστία της οικονομικής ελίτ του κεφαλαίου και των τραπεζών για υπερκέρδη, στα πλαίσια της νεοφιλελεύθερης επίθεσης του καπιταλισμού. Αναπόφευκτα, το ένα μνημόνιο θα φέρει το άλλο, σ’ ένα φαύλο κύκλο που θα οδηγεί την κοινωνία προς τα πίσω, καθώς η ανεργία θα αυξάνεται, η φτωχοποίηση θα εντείνεται και η υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου και η όξυνση των ανισοτήτων θα προχωρά. Η Κύπρος θα μπει οριστικά και ολοκληρωτικά υπό την ομηρία του νεοφιλελευθερισμού. Παράλληλα, είναι ορατός πλέον ο κίνδυνος τής περαιτέρω ενίσχυσης του εθνικισμού, του ρατσισμού και των φασιστικών ιδεών.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες διεξάγονται οι προεδρικές εκλογές. Η Δεξιά είναι προ των πυλών να κυβερνήσει ξανά με τον Αναστασιάδη, τον γνησιότερο εκφραστή του ντόπιου και ξένου κεφαλαίου στην Κύπρο. Ήδη έχουμε σημαντικές μειώσεις στους πραγματικούς μισθούς και στο βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων, ενώ στην ατζέντα των εργοδοτικών οργανώσεων και των πολιτικών προστατών τους, μπήκαν μ’ ένα επιθετικό τρόπο θέματα όπως, η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, η περαιτέρω μείωση των μισθών και των ωφελημάτων, η μείωση των συντάξεων και των κοινωνικών παροχών γενικά, η ιδιωτικοποίηση κερδοφόρων ημικρατικών οργανισμών, η οριστική και συνολική κατάργηση της ΑΤΑ και του 13ου μισθού όπου ακόμα υπάρχουν. Η εκλογή του Αναστασιάδη θα υποθάλψει αυτήν την επιθετικότητα.

Η επιστροφή της Δεξιάς στην κυβέρνηση σ’ αυτή την κρίσιμη συγκυρία, οριστικοποιήθηκε από τη στιγμή που η πρώτη αριστερή διακυβέρνηση του τόπου δεν κινητοποίησε την κοινωνία. Η διακυβέρνηση Χριστόφια, δεν ξέφυγε από τη λογική διαχείρισης τού υπάρχοντος συστήματος και ούτε καν επιχείρησε ουσιαστικά να πραγματοποιήσει κάποιες σημαντικές μεταρρυθμίσεις μέσα σε αυτό. Ακολούθησε πολιτικές και πρακτικές που, τις περισσότερες φορές, ακολούθησαν και οι προηγούμενοι δεξιοί πρόεδροι.

Ασφαλώς και η πρώτη αριστερή διακυβέρνηση του τόπου δέκτηκε πόλεμο. Ασφαλώς και είχε τη μόνιμη αντιπαλότητα της «κυβερνώσας βουλής», των ΜΜΕ, της Εκκλησίας. Αλλά, αυτό ήταν αναμενόμενο, από πολύ γρήγορα εντελώς προβλέψιμο και ακριβώς αντιμετωπίσιμο μόνο με ριζοσπαστικές τομές στο κράτος και την οικονομία που θα βασίζονταν σε μια στροφή της αριστερής κυβέρνησης προς την κοινωνία για να συμμετέχει και να στηρίξει μια πραγματική αλλαγή, προς την κατεύθυνση της “δίκαιης κοινωνίας”. Η κυβέρνηση Χριστόφια όμως δεν προσπάθησε καν να πετύχει το μέγιστο που θα μπορούσε, να τα βάλει με πράγματα και καταστάσεις, με το κάθε λογής κατεστημένο, να κερδίσει μαζί της σε αυτόν τον αγώνα τον καθημερινό άνθρωπο, να κερδίσει την κοινωνία. Αντίθετα, ενέδωσε στις πιέσεις και δεν κινητοποίησε ούτε καν τα ίδια τα μέλη και τους υποστηρικτές του ΑΚΕΛ. Σε ζητήματα όπως π.χ., η αύξηση του εταιρικού φόρου, αναδιπλώθηκε και υιοθέτησε, μόλις μερικούς μήνες μετά, τις θέσεις της Δεξιάς. Όχι μόνο δεν διανοήθηκε να μεταρρυθμίσει το υφιστάμενο φορολογικό σύστημα για να υλοποιήσει το σύνθημα της φορολόγησης του πλούτου, αλλά αντίθετα προχώρησε σε φορολογική αμνηστία και έδωσε φορολογικές ελαφρύνσεις και κίνητρα στο κεφάλαιο για να γίνει “ανάπτυξη”. Στο Κυπριακό, παρά την αρχική πρόοδο στις συνομιλίες, δεν έκανε τίποτε για να καλλιεργήσει κουλτούρα επανένωσης και σήμερα, με τις συνομιλίες σε αδιέξοδο και τα χρόνια να περνούν, η διχοτόμηση είναι πιο εδραιωμένη παρά το 2008. Στην Παιδεία, ενώ άρχισε ένα σημαντικό έργο, πολύ σύντομα και πάλι ενέδωσε στις πιέσεις του συντηρητισμού περιοριζόμενη σε κυρίως τεχνικής φύσης αλλαγές. Στο Στρατό, δεν τόλμησε αυτή η κυβέρνηση να υλοποιήσει την υπόσχεσή της για μείωση της θητείας, ούτε φυσικά να μειώσει τους εξοπλισμούς ή να εκθέσει αυτόν τον παραλογισμό του στρατού. Σε κεντρικά ζητήματα όπου θα μπορούσε να αφήσει και το στίγμα της και σημαντικές παρακαταθήκες για το μέλλον, δεν το έκανε και απλά ακολούθησε την καθιερωμένη πολιτική πεπατημένη.

Αυτή η κυβέρνηση είχε την ευκαιρία, με τη μεγαλειώδη στήριξη που της έδωσε ο κόσμος της Αριστεράς μετά τα γεγονότα στο Μαρί, να κάνει μια νέα αρχή. Όχι απλά να προστατεύσει την αξιοπρέπεια της πρώτης αριστερής διακυβέρνησης, αλλά και να δείξει ότι μπορεί να κυβερνήσει διαφορετικά, ότι είναι διατεθειμένη να μιλήσει με αριστερή γλώσσα, ότι μπορούσε να ριζοσπαστικοποιήσει την πολιτική της. Αντίθετα, κυβέρνηση και ΑΚΕΛ κινήθηκαν δεξιότερα μετά το καλοκαίρι του 2011. Η επιλογή Μαλά εντάσσεται ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο, της παραδοχής της ηγεσίας του ΑΚΕΛ ότι δεν μπορεί και ούτε θέλει να πρωτοπορήσει σε μια δύσκολη εποχή. Με την επιλογή Μαλά δεν εκφράζεται καμιά κοινωνική αντίσταση. Εκφράζεται μόνο η ατολμία της ηγεσίας του ΑΚΕΛ και η έλλειψη οράματος. Με τον Μαλά εκφράζεται η αντίληψη ενός «υποφερτού μνημονίου», εκφράζεται η λογική της εθνικής ενότητας, η επιστροφή στον Μακάριο και στις «πατριωτικές δυνάμεις», η αποδοχή της δεξιάς ιστορικής αφήγησης (εξύμνηση του αγώνα της ΕΟΚΑ από τον Μαλά), εκφράζεται ακόμα ο συντηρητισμός σε μια σειρά ζητημάτων, το πισωγύρισμα και ο συμβιβασμός.
Ο κόσμος της ευρύτερης Αριστεράς γενικά, αλλά και πολλοί προοδευτικοί πολίτες, νιώθουν έντονα την αποτυχία της πρώτης αριστερής κυβέρνησης να εμπνεύσει. Αντιλαμβάνονται επίσης το αναπόφευκτο της νίκης του κύριου ηγέτη της Δεξιάς. Πολλοί θα ψηφίσουν Μαλά απλά από συνήθεια ή κομματικό πατριωτισμό, άλλοι μέσα στα πλαίσια του διαχρονικού συνθήματος για το “μη χείρον βέλτιστον”, ενώ πολλοί άλλοι, νιώθοντας ότι θα πρέπει να στηρίξουν την όποια επιλογή του ΑΚΕΛ ενάντια στη Δεξιά. Κάποιοι δυστυχώς θα στραφούν στο λαϊκιστή και εθνικιστή Λιλλήκα. Πολλοί θα απέχουν, μεταξύ τους χιλιάδες νέοι και νέες καθώς δεν βρίσκουν κάτι που να έχει ιδιαίτερο νόημα σε αυτή την εκλογική αναμέτρηση. Είναι φανερό ότι λείπει από αυτούς όλους τους ανθρώπους η πίστη και ο ενθουσιασμός. Αυτή η αναμέτρηση γίνεται μεν μέσα σε πολύ άσχημες και σχεδόν δραματικές συνθήκες, την ίδια ώρα όμως, είναι εν πολλοίς προκαθορισμένη η έκβασή της, σχετική η σημασία της για τα κεντρικά ζητήματα και για μεγάλο μέρος της κοινωνίας αδιάφορη, τυπική και συνηθισμένη.
Συνυπολογίζοντας όλα αυτά, για εμάς που υπογράφουμε αυτό το κείμενο, και που εκφράζουμε την θέση της πλειοψηφίας των μελών της ΕΡΑΣ που τοποθετήθηκαν υπέρ τής μη στήριξης κανενός υποψηφίου στη συνέλευση στις 17/11/2012, (//erascy.blogspot.com/2012/12/blog-post_4.html ) η κριτική στήριξη Μαλά δεν μπορεί να λειτουργήσει σαν αριστερή καταγραφή, μόνο και μόνο επειδή στηρίζεται από το ΑΚΕΛ. Αυτό θα ίσχυε εάν η πολιτική του πρόταση προετοίμαζε, έστω και στοιχειωδώς, το έδαφος της πάλης ενάντια στις μνημονιακές πολιτικές. Σ’ αυτή τη βάση, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ένας υποψήφιος που δεν εκφράζει μια πραγματική αριστερή πρόταση μέσα στην κρίση. Ψήφος στον Μαλά σ’ αυτή τη συγκυρία, θα ερμηνευτεί ουσιαστικά ως μια επικύρωση της διαχειριστικής πολιτικής του ΑΚΕΛ και της λογικής του συμβιβασμού με το νεοφιλελευθερισμό. Θα αποτυπωθεί “αντικειμενικά” ως επιβράβευση του πισωγυρίσματος και της παραδοχής της ηγεσίας του ΑΚΕΛ ότι αδυνατεί να πρωτοπορήσει και να κατευθύνει την κοινωνία στην εξέλιξη. Θα συνιστά στην πράξη, επικρότηση μιας ηγεσίας ενός αριστερού κόμματος που επιλέγει κεντρώες πολιτικές. Παρόλα αυτά κατανοούμε τους συντρόφους/ισσες που κάνουν αυτή την επιλογή και σεβόμαστε την άποψή τους ότι “δεν έχουν άλλη επιλογή”, παρόλο που διαφωνούμε και στην προσέγγιση του ζητήματος ,αλλά εν τέλει και στην ένταση της τοποθέτησης.

Για εμάς, το διακύβευμα δεν είναι το ποια θα είναι τα ποσοστά του ΑΚΕΛ και του υποψηφίου του, ούτε με ποιο ποσοστό θα εκλεγεί ο Αναστασιάδης. Το πραγματικό διακύβευμα είναι κατά πόσο η Αριστερά στην ολότητά της, μαζί με τον καθημερινό άνθρωπο της δουλειάς, θα μπορέσουν να συγκροτήσουν ένα μέτωπο αντίστασης ενάντια στις μνημονιακές πολιτικές. Θεωρούμε ότι η υποψηφιότητα Μαλά δεν μπορεί, σε καμιά περίπτωση, να αποτελέσει ανάχωμα μπροστά στις νεοφιλελεύθερες πιέσεις. Εξάλλου, τόσο ο ίδιος, όσο και η ηγεσία του ΑΚΕΛ, φρόντισαν με τη στάση τους να το επιβεβαιώσουν. Ανάχωμα θα είναι αύριο, οι αγώνες στους δρόμους, στους τόπους δουλειάς, τα κοινωνικά κινήματα αντίστασης που θα ξεπροβάλουν. Το πιο μεγάλο ανάχωμα όμως, θα αποτελέσει η ίδια η συνειδητοποίηση των αριστερών αγωνιστών/ριων, των συνδικαλιστών/ριων, των νέων εργαζομένων, ότι επιβάλλεται να χαραχτεί ένας νέος δρόμος, τολμηρός, μακριά από συμβιβασμούς με το κατεστημένο, ο οποίος θα οδηγεί την κοινωνία μπροστά.
Υπογράφουν:
Μάριος Θρασυβούλου
Γρηγόρης Ιωάννου
Αντωνία Λύρα


11 Φεβ 2013

Χαλάστρα στα σχέδια του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος!

Για την επίσημη τοποθέτηση της ΕΡΑΣ σχετικά με εκλογές στη βάση της παγκύπριας της συνέλευσης 
δες:http://erascy.blogspot.com/2012/12/blog-post_4.html

Ένα γράμμα από όχι και τόσο μακριάΧαλάστρα στα σχέδια του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος! Για κριτική υποστήριξη στο Σταύρο Μαλά – Όχι στους υποψήφιους του νεοφιλελευθερισμού, του ΝΑΤΟ και του εθνικισμού.

από Λέανδρος Φίσερ (ΕΡΑΣ/Λεμεσός, Die Linke/Γερμανία)
και Ιωάννα Θεοδώρου (ΕΡΑΣ/Λεμεσός, Γαλλία)


Σύντροφοι και συντρόφισσες μας στην ΕΡΑΣ,

Στις 17 του μήνα, καλείστε να λάβετε μια απόφαση που θα είναι κομβική για το μέλλον του τόπου, αλλά και για τη συνέχεια, ακόμα και την ίδια την ύπαρξη της ριζοσπαστικής Αριστεράς, την οποία η ΕΡΑΣ ορθά θέλει να συσπειρώσει και να εδραιώσει.

Θέλουμε μαζί να κτίσουμε μια εναλλακτική πρόταση στις πολιτικές των μνημονίων και της λιτότητας. Στοχεύουμε στην τελική υπέρβαση του καπιταλισμού και προσπαθούμε χωρίς εσωστρέφεια να δώσουμε μια απελευθερωτική πρόταση με απήχηση σε ολόκληρη την κοινωνία. Για αυτό το λόγο δεν μπορούμε να μείνουμε αδρανείς όταν οι επερχόμενες προεδρικές εκλογές μας δίνουν τη δυνατότητα με τη ψήφο και με τη δράση μας να βελτιώσουμε τους όρους διεξαγωγής αυτής της προσπάθειας – ή, τουλάχιστον, να εμποδίσουμε τη χειροτέρευσή τους.

Αντιλαμβανόμαστε ότι εξ αιτίας της απογοήτευσης με την παρούσα κυβέρνηση, μια πλειοψηφία στην ΕΡΑΣ επέλεξε το δρόμο της αποχής. Σεβόμαστε την απόφαση αυτή, όπως και όλες τις δημοκρατικές διαδικασίες. Παρόλα αυτά θεωρούμε αυτή την απόφαση εξαιρετικά λανθασμένη και αυτοκαταστροφική. Απευθυνόμαστε σε εσάς που διαλέξατε την αποχή, με την ιδιότητα μας ως κάποιοι που εδώ και κάποια χρόνια ζουν στο εξωτερικό, σε μια ύστατη προσπάθεια να αναλογιστείτε το τί διακυβεύεται σε αυτές τις εκλογές, τόσο σε κυπριακό, όσο και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Οι επιλογές είναι τρεις: Είναι ο κατεξοχήν και δηλωμένος εκπρόσωπος της Μέρκελ και του Μπαρόζο, του ντόπιου και ευρωπαϊκού κεφαλαίου, του αντικομμουνισμού, της δικαίωσης του πραξικοπήματος, της ακραίας λιτότητας και των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων, Νίκος Αναστασιάδης. Είναι και ο δημαγωγός και περιοδεύων των πολιτικών χώρων, Γιώργος Λιλλήκας, που έχει συσπειρώσει γύρο του ένα τσούρμο απορριπτικούς, ενωτικούς και ρατσιστές. Ο δεύτερος, σημειώστε, εκπροσωπεί ένα επικίνδυνο πολιτικό φαινόμενο που εμφανίζεται στην Ευρώπη της κρίσης – ενός νεοφιλελεύθερου λαϊκισμού φτιασιδωμένου με αντιμνημονιακές κορώνες. Που δεν διστάζει να φταίξει όλους για την κρίση εκτός το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα. Είναι και ο Σταύρος Μαλάς, ο υποψήφιος της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας και ο υποψήφιος του μεγαλύτερου κόμματος της εργατικής τάξης. Ο υποψήφιος που απορρίπτει την ιδιωτικοποίηση των ημικρατικών οργανισμών και την ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ. Είναι ο μόνος από τους τρεις αυτούς υποψηφίους που στην προεκλογική του εκστρατεία δεν έχει προσφύγει στο μισαλλόδοξο και δηλητηριώδης μέσο του ρατσισμού.

Ο Σταύρος Μαλάς μπορεί να μην είναι ο ιδανικός υποψήφιος. Αποτελεί ίσως και μια συνθηκολόγηση του ΑΚΕΛ με την αισχρή αντικομμουνιστική και εθνικιστική εκστρατεία που υπέστη η διακυβέρνηση Χριστόφια. Ούτε και το ΑΚΕΛ είναι και ούτε ήταν ένα επαναστατικό κόμμα - ούτε πριν και ούτε μετά τη διαπραγμάτευση του μνημονίου. Καταλαβαίνουμε την απογοήτευση πολλών συντρόφων που ανέμεναν περισσότερα από όσα αυτή η κυβέρνηση παρέδωσε. Αρνούμαστε όμως να εξισώσουμε το ΑΚΕΛ και τον υποψήφιο του με τους υπόλοιπους. Γιατί οφείλουμε να διατηρήσουμε την επαφή μας με την πραγματικότητα. Διαχωρίζουμε μεταξύ των πολιτικών των δυνάμεων που προσανατολίζονται (έστω και με ανεπαρκή τρόπο) στη βελτίωση της ζωής των εργαζομένων μέσα στο υπάρχον σύστημα και αυτών που εκπροσωπούν την ολομέτωπη επίθεση του κεφαλαίου, με αιτία αλλά και αφορμή την οικονομική κρίση. Στη σύγκρουση μεταξύ αυτών των δύο φιλοσοφιών, και ιδιαίτερα όταν ο καπιταλισμός στην κρίση του φέρνει την ανέχεια και την απανθρωπιά, τοποθετούμαστε απερίφραστα με το μέρος των πρώτων. Εντασσόμαστε, χωρίς αλαζονεία και ελιτισμό, στο ίδιο χαράκωμα με χιλιάδες άλλους εργαζόμενους και προσπαθούμε να δώσουμε αντικαπιταλιστική έκφραση και κατεύθυνση στον αγώνα αυτό, που για πολλούς είναι κυριολεκτικά αγώνας επιβίωσης.

Το μέγεθος της επίθεσης ενάντια στην κυβέρνηση Χριστόφια δεν πρέπει να υποτιμάται. Ίσως η Κύπρος να είναι η μόνη χώρα στην Ευρώπη όπου μια σημαντική μερίδα των δημοσίων υπαλλήλων σε αυτές τις εκλογές θα ψηφίσει για υποψήφιους που έχουν αναδείξει σε επιστήμη την δαιμονοποίηση τους! Ο αντικομμουνισμός και ο αντιακελισμός, το αστικό μίσος ενάντια στο «γιο της πλύστρας» Χριστόφια, η θεοποίηση τσαρλατάνων του αποτυχημένου νεοφιλελευθερισμού όπως του νομπελίστα Πισσαρίδη, καθώς και η ολομέτωπη προπαγάνδα ενάντια στο κοινωνικό κράτος και τους αιτητές πολιτικού ασύλου από ένα σωρό lifestyle-κιτρινοφυλλάδες που διανέμονται δωρεάν σε κάθε σπίτι έχουν οδηγήσει σε ένα μισαλλόδοξο παροξυσμό εναντίον της Αριστεράς όπως δεν τον έζησε η Κύπρος από τις παραμονές του Πραξικοπήματος.

Η πλύση εγκέφαλου από τα ΜΜΕ και από τους άμβωνες της Εκκλησίας έχει επηρεάσει και κομμάτια του ΑΚΕΛ. Πρόκειται όμως για τη λιγότερο και όχι τη περισσότερο ταξικά συνειδητοποιημένη μερίδα του κόμματος. Αυτούς που βλέπουν προς Λιλλήκα, που ίσως ακόμα από απαισιοδοξία θα ψηφίσουν και Αναστασιάδη. Σε αυτό συνυπεύθυνο είναι αναμφίβολα και το ΑΚΕΛ το ίδιο. Δεν κινητοποίησε τη βάση και το μηχανισμό του όπως θα έπρεπε. Απέφυγε στο όνομα της «εθνικής ενότητας» να αντιταχθεί όπως θα έπρεπε στα φαντάσματα της ΕΟΚΑ Β’ και του φασισμού που ζωντάνεψαν και με τη συμβολή των δήθεν φιλελεύθερων αρθρογράφων του «Πολίτη» και της «Καθημερινής». Αυτοί που με τα υπόλοιπα ΜΜΕ νομιμοποίησαν το σύνθημα «Να πεθάνει ο Χριστόφιας» και εξίσωσαν το Πραξικόπημα με το Μαρί. Αυτό δεν πρέπει να μας εμποδίζει αλλά να μας ωθεί στο να συμπαραταχθούμε με τους χιλιάδες άλλους ψηφοφόρους της Αριστεράς, τον λιμενεργάτη, την ταμεία του σουπερμάρκετ, τον οικοδόμο, που βλέπουν στην υποψηφιότητα του Μαλά το τελευταίο ανάχωμα μπροστά στη νεοφιλελεύθερη καταστροφή που υπόσχεται να φέρει μια κυβέρνηση Αναστασιάδη. Την κυβέρνηση αυτών που θέλουν να περάσουν μέτρα τριάντα χρόνων νεοφιλελευθερισμού στην Ευρώπη σε μια νύχτα. Που θέλουν να τσακίσουν το ισχυρό για τα ευρωπαϊκά δεδομένα συνδικαλιστικό κίνημα του τόπου μας, που δεν θα διστάσουν να επιβάλουν καταστάσεις τύπου Ελλάδας.

Επειδή κάποιοι από εμάς της ΕΡΑΣ κοιτάζουν προς κόμματα όπως το ΣΥΡΙΖΑ και άλλα κόμματα στα αριστερά της Σοσιαλδημοκρατίας σαν μια εναλλακτική προς το ΑΚΕΛ, τους καλούμε να διακρίνουν πως το γρασίδι στην αντίπερα όχθη δεν είναι πάντα πράσινο: Ο Τσίπρας, όντας ακόμα στην αντιπολίτευση, πιστεύει με αφέλεια στη «μεταρρύθμιση» της ΕΕ, το Front de Gauche στη Γαλλία υποστήριξε τις στρατιωτικές επεμβάσεις στη Λιβύη και στο Μάλι, και το Linke στη Γερμανία έκανε σε τοπικές κυβερνήσεις πράγματα που το ΑΚΕΛ δεν θα εδιανοείτο καν, όπως το ξεπούλημα δημόσιας περιουσίας σε ιδιώτες. Καλούμε τους συντρόφους να λάβουν επίσης υπόψη, ότι παρόλα τα όσα αυτή η κυβέρνηση δεν έπραξε, ήταν η μόνη στην ΕΕ που είδε το μνημόνιο σαν βάση για σκληρή διαπραγμάτευση μηνών και όχι σαν αφορμή για να περαστούν μακρόχρονες νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Ήταν και η μόνη κυβέρνηση στην ΕΕ που ανοικτά και επίσημα όρισε τη σημερινή κρίση σαν συστημική κρίση και όχι σαν δημοσιονομική ή διαχειριστική. Είναι και η μόνη στην ΕΕ που απορρίπτει τις ιδιωτικοποιήσεις.

Σημαίνει αυτό ότι η ψήφος στο Μαλά ισοδυναμεί με υποστήριξη της λογικής των μνημονίων την οποία αυτός αποδέχεται και εμείς ορθά απορρίπτουμε; Όχι. Όπως η υποστήριξη στον αγώνα των Παλαιστινίων δεν ισοδυναμεί με την αποδοχή του κοινωνικά αντιδραστικού προγράμματος της Χαμάς, έτσι ούτε η συμπαράταξη με τις δυνάμεις που εναντιώνονται από τα αριστερά στο «ακραίο κέντρο» (στη συντηρητική Δεξιά και στη νεοφιλελεύθερη Σοσιαλδημοκρατία) ισοδυναμεί με επικρότηση όλων των θέσεων που πρεσβεύουν. Από την εμπειρία στην Ευρώπη έχουμε μάθει ότι η μάχη κατά της λιτότητας μας θέτει στο ίδιο χαράκωμα με δυνάμεις που κατά καιρούς ενεργούν αρνητικά, όπως το ΑΚΕΛ. Αν η αντικαπιταλιστική Αριστερά θέλει όμως να επηρεάσει τις εξελίξεις, πρέπει σε αυτούς τους κρίσιμους καιρούς του ανοικτού ταξικού πολέμου – που κήρυξαν οι Μέρκελ, οι Ολάντ και οι Μπαρόζο της Ευρώπης – να κινηθεί με στρατηγική αλλά και τακτική προσέγγιση. Η προσκόλληση στην «ιδεολογική αγνότητα» αποτελεί πολυτέλεια την οποία η ΕΡΑΣ δεν έχει, ιδιαίτερα όταν κατά τους επόμενους μήνες θα πρέπει να συγκροτηθούν ενιαία μέτωπα ενάντια σε συγκεκριμένες πολιτικές και φαινόμενα της κρίσης – την κατάργηση της ΑΤΑ, του 13ου μισθού, τις ιδιωτικοποιήσεις και τους φασίστες.

Δεδομένου του όλου κλίματος και των συσχετισμών επί του ταξικού εδάφους, η απόφαση για αποχή βοηθά μόνο τους δύο δεξιούς υποψήφιους. Είναι η αποχή δυστυχώς – και αυτό πρέπει να το πούμε – η έμμεση και άθελη, αλλά πραγματική πριμοδότηση των υποψήφιων της Δεξιάς από τη ριζοσπαστική Αριστερά. Το σενάριο όπου στο δεύτερο γύρο θα περάσουν Αναστασιάδης και Λιλλήκας πρέπει πάση θυσία να αποτραπεί. Θα αποτελέσει πρόσταγμα γενικής επίθεσης για τη δεξιά και την ακροδεξιά από την οποία το εργατικό κίνημα θα χρειαστεί χρόνια να ανακάμψει, και από την οποία ο μόνος άλλος κερδισμένος θα είναι ο φασισμός που καραδοκεί.

Όσοι από τώρα ρίχνουν το φταίξιμο στο ΑΚΕΛ και στο πρόγραμμα Μαλά για αυτό το ενδεχόμενο, ενώ ταυτόχρονα υπερασπίζονται τη στάση αποχής καλά κάνουν να αναλογιστούν τις πιθανές τους ευθύνες. Και να συσπειρωθούν, έστω και τώρα, με την πιο ταξικά συνειδητοποιημένη μερίδα του λαού γύρω από την μόνη ταξικά εμπόλεμη επιλογή από την μεριά μας. Η αντικαπιταλιστική Αριστερά δεν μπορεί ούτε πρόκειται να ευδοκιμήσει σε συνθήκες ήττας και ταπείνωσης του εργατικού κινήματος. Η καπιταλιστική κρίση και η εξαθλίωση δεν οδηγούν αυτόματα στη σοσιαλιστική προοπτική, πόσο μάλλον όταν η ριζοσπαστική Αριστερά αρνείται να λάβει θέση σε καθοριστικά ζητήματα όπως είναι αυτές οι εκλογές, που θα έχουν άμεσο αντίκτυπο στο βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων και ευρύτερα στους όρους διεξαγωγής της ταξικής πάλης. Αυτό το έδειξε η ιστορία του περασμένου αιώνα με τον πιο φρικτό τρόπο.

Επειδή ζούμε σε χώρες όπου βιώνουμε τις πολιτικές του νεοφιλελευθερισμού και των ιδιωτικοποιήσεων καθημερινά, επειδή βλέπουμε – ειδικά στη Γερμανία – το μένος των ΜΜΕ και των κυβερνήσεων ενάντια σε «ανυπάκουους» όπως τον Χριστόφια, επειδή παρατηρούμε με αηδία την προσπάθεια διάσπασης των εργαζομένων σε «εργατικούς» βορειοευρωπαίους και «τεμπέληδες­» νοτιοευρωπαίους, επειδή γνωρίζουμε ότι οι εργαζόμενοι μόνο με διεθνή αλληλεγγύη μπορούν να κερδίσουν και να περάσουν στην αντεπίθεση, καλούμε εσένα, συντρόφισσα και σύντροφε μας στην ΕΡΑΣ, με βάση τα δεδομένα και με βάση τις συνέπειες από μια εκλογή Αναστασιάδη ή από ένα δεύτερο γύρο με Αναστασιάδη-Λιλλήκα:

  • Να μετατρέψεις τις εκλογές σε δημοψήφισμα ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις, τη λιτότητα και τον εθνικισμό που πρεσβεύουν οι δύο δεξιοί υποψήφιοι.
  • Να σκεφτείς ποιό αποτέλεσμα στις εκλογές θα ήταν το καλύτερο, όχι μόνο για την κυπριακή εργατική τάξη, αλλά και για τους εργαζόμενους σε όλη την Ευρώπη.
  • Να σκεφτείς κάτω από ποιές συνθήκες προτιμάς να κτίζεις μια αντικαπιταλιστική προοπτική στην Κύπρο.
  • Να υπερψηφίσεις με κριτική σκέψη και χωρίς αυταπάτες την υποψηφιότητα του Σταύρου Μαλά.
  • Να καταψηφίσεις τον υποψήφιο της Μέρκελ και της Τρόικας, Ν. Αναστασιάδη και να δυσκολέψεις τα ηγεμονικά σχέδια του γερμανικού κεφαλαίου που στρέφονται ενάντια σε ΟΛΟΥΣ τους εργαζόμενους της Ευρώπης, είτε στην Ελλάδα, είτε στη Γερμανία, κ.ο.κ..
  • Να μην επιτρέψεις στον επικίνδυνο λαϊκιστή Λιλλήκα να εκμεταλλευτεί τα δεδομένα που δημιούργησε ο πόλεμος του κεφαλαίου, της Εκκλησίας και των ΜΜΕ ενάντια στην παρούσα διακυβέρνηση.
  • Να μην επιτρέψεις στο φασισμό να βγει κερδισμένος από μια εκλογική πανωλεθρία του εργατικού κινήματος.

Στις 17 του Φλεβάρη, όλοι μαζί για την ήττα του νεοφιλελευθερισμού, όλοι μαζί για την ανατροπή!


Αναστασιάδης - Τελικά...έχουν και οι γυναίκες μυαλό !!!


9 Φεβ 2013

Κείμενο 7 μελών της ΕΡΑΣ - Καταψηφίστε τους υποψήφιους της Δεξιάς. Ψηφίστε Σταύρο Μαλά



6/2/2013
Καταψηφίστε τους υποψήφιους της Δεξιάς – Ψηφίστε Σταύρο Μαλά

Οι προεδρικές εκλογές διαδραματίζονται σε ένα πρωτοφανές ευρωπαϊκό και τοπικό συγκείμενο. Η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση ανέδειξε τα προβλήματα μιας ημιτελούς νομισματικής ένωσης εθνικών οικονομιών, με πολύ διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης και χωρίς τους αναγκαίους μηχανισμούς αλληλεγγύης ανάμεσα στα κράτη-μέλη της.

Η κρίση συνοχής της ευρωζώνης και η διαχείρισή της μέσω των μνημονίων και των πολιτικών λιτότητας στον ευρωπαϊκό Νότο, όχι μόνο δεν επιλύουν τα προβλήματα συνοχής της ζώνης, αλλά και αποδομούν ταχύτατα το κοινωνικό κράτος, βυθίζουν τις οικονομίες στην ύφεση, αυξάνουν την ανεργία, τη φτώχεια και τις κοινωνικές ανισότητες. Δημιουργούν έτσι πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη ακροδεξιών πολιτικών σχηματισμών και νεοφασιστικών κινημάτων που σε μερικές περιπτώσεις, όπως στην Ελλάδα, πήραν ανησυχητικές διαστάσεις.

Σε όλη τη Νότια Ευρώπη δεν υπάρχει άλλη συνταγή αντιμετώπισης της μετωπικής επίθεσης του κεφαλαίου κατά του εργατικού και δημοκρατικού κεκτημένου από την οργανωμένη κοινωνικά και πολιτικά ταξική αντίσταση των δυνάμεων της εργασίας, που αποτελεί ταυτόχρονα τη μόνη εγγύηση κατά της διαδικασίας εκβαρβαρισμού της κοινωνίας.

Αυτή η πολιτική αντίστασης ισχύει και για την Κύπρο. Συνίσταται στη μη αποδοχή των μνημονίων και των πολιτικών λιτότητας και στην επεξεργασία εναλλακτικών, ριζοσπαστικών πολιτικών αντιμετώπισης της κρίσης που να εναποθέτουν το κόστος της σε αυτούς που την προκάλεσαν: στο κεφάλαιο και το πλουτοκρατικό κατεστημένο που εγκλώβισαν τον τόπο σε ένα τυχοδιωκτικό μοντέλο ανάπτυξης με ένα υδροκέφαλο τραπεζικό σύστημα.

Η Επιτροπή για μια Ριζοσπαστική Αριστερή Συσπείρωση (ΕΡΑΣ) εργάζεται για την οικοδόμηση αυτής της αντίστασης μέσα στην κυπριακή κοινωνία για προάσπιση και διεύρυνση των εργατικών και δημοκρατικών κεκτημένων. Αυτές οι πολιτικές προϋποθέτουν, ωστόσο, μια κεντρική στρατηγική επιλογή: αυτήν της ταξικής σύγκρουσης και των κοινωνικών κινημάτων και όχι αυτήν της επιδίωξης ταξικής συναίνεσης και εθνικής ομοφωνίας, που, στην παρούσα συγκυρία, οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στην αποθράσυνση της οικονομικής ολιγαρχίας.

Παρά την ομοφωνία στη συγκεκριμένη αυτή ανάλυση, στη συνέλευση της ΕΡΑΣ πάνω στο ζήτημα των εκλογών (17/11/2012) δεν έγινε κατορθωτό να διαμορφωθεί συμφωνημένη θέση. Η πλειοψηφία υποστήριξε την αποχή, θεωρώντας τη συγκεκριμένη επιλογή ως επιβεβλημένη στο βαθμό που δεν υπήρχε υποψήφιος της Αριστεράς που να μην αποδέχεται την υπογραφή του μνημονίου. Η μειοψηφία υποστήριξε αντίθετα ότι παρόλα αυτά είναι αδύνατο στις πιο κρίσιμες και ταξικά φορτισμένες εκλογές από της ίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας να κρατηθούν ίσες αποστάσεις από όλους τους υποψηφίουςi.

Οι υπογράφοντες, ιδρυτικά μέλη της ΕΡΑΣ, οι οποίοι συγκαταλεγόμαστε σε αυτούς που υποστήριξαν τη μειοψηφήσασα θέση, αποφασίσαμε να δημοσιοποιήσουμε επώνυμα τη θέση μας. Για μας, υπάρχει διακριτή διαφορά ανάμεσα στον υποψήφιο της Αριστεράς Σταύρο Μαλά και τους υποψηφίους της Δεξιάς. Η εκλογική στήριξη στον Σταύρο Μαλά δεν αναιρεί τις διαφωνίες μας με το πρόγραμμά του και ιδίως με το ότι δεν υιοθέτησε αντιμνημονιακή πολιτική, όπως εμείς θα το επιθυμούσαμε. Ταυτόχρονα όμως τονίζει την κάθετη αντίθεσή μας με τους εκπροσώπους του μεγάλου κεφαλαίου και τους καθ’ εαυτό εκφραστές του νεοφιλελεύθερου δόγματος στη χώρα μας. Νίκη της δεξιάς θα διευκολύνει περαιτέρω τις εργοδοτικές οργανώσεις οι οποίες έχουν ήδη υιοθετήσει την πιο επιθετική πολιτική της ιστορίας τους.

Είναι επίσης σαφές ότι οι υποψήφιοι της δεξιάς στηρίζουν και τροφοδοτούν την άνοδο του εθνικισμού, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού και δυσχεραίνουν τη συνεννόηση και τις επαφές μεταξύ των Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων που αγωνίζονται για μια δικοινοτική ομοσπονδιακή Κύπρο.

Η στήριξή μας στον Σταύρο Μαλά είναι προπαντός μια πράξη αλληλεγγύης με ένα μεγάλο και ταξικά συνειδητοποιημένο κομμάτι της εργατικής τάξης που το επόμενο διάστημα θα πρέπει να δώσει δυναμικά το παρόν του για την προάσπιση των στοιχειωδών εργασιακών και δημοκρατικών του δικαιωμάτων.

Παράλληλα είμαστε απόλυτα πεπεισμένοι ότι η εκλογική εξασθένιση των δυνάμεων της Αριστεράς κάθε άλλο παρά θα βελτίωνε τις συνθήκες και τις δυνατότητες για αντιμνημονιακό αγώνα και κοινωνική αντίσταση.

Η Δεξιά άσκησε ασφυκτική πίεση προς την κυβέρνηση για να επιβάλει – και επέβαλε δια της «κυβερνώσας Βουλής» – πολιτικές λιτότητας, ανατρέποντας την όποια κοινωνική πολιτική επιχείρησε να ασκήσει ο Πρόεδρος Χριστόφιας. Ως εσωτερική «τρόικα» εμπόδισε τις προσπάθειες για να αυξηθεί ο εταιρικός φόρος, ο φόρος της μεγάλης ακίνητης ιδιοκτησίας και να καταπολεμηθεί η φοροδιαφυγή. Ο αντικομμουνιστικός παροξυσμός της Δεξιάς και του κεφαλαίου καταδεικνύει ότι αντιλαμβάνονται τις δυνάμεις της Αριστεράς ως σημαντικό εμπόδιο στους νεοφιλελεύθερους σχεδιασμούς τους.

Στην εκλογική αυτή μάχη επομένως δηλώνουμε δημόσια την υποστήριξή μας στον υποψήφιο της Αριστεράς, Σταύρο Μαλά.

Αγιομαμίτης Ντίνος

Αχνιώτης Κωστής

Οικονόμου Δάφνος

Παπαδοπούλου Ανθούλα

Τεμπριώτης Μάριος

Τομπάζος Σταύρος

Τσιμίλλη-Μιχαήλ Μερόπη


i Για απόφαση ΕΡΑΣ σχετικά με εκλογές δες: http://erascy.blogspot.com/2012/12/blog-post_4.html

6 Ιαν 2013

Απάντηση μέλους της ΕΡΑΣ προς το Νίκο Τριμικλινιώτη


Αγαπητέ Νίκο, 

Διάβασα και ξαναδιάβασα την «ανοικτή επιστολή σου προς τους φίλους της ΕΡΑΣ». Παρότι νιώθω να είμαι ένας από τους πολλούς φίλους σου στην ΕΡΑΣ, καθώς συμμετέχω στον κύκλο συλλογικών διαδικασιών, συζητήσεων και δράσεων του συγκεκριμένου πολιτικού χώρου, οφείλω εξαρχής να διευκρινίσω ότι μέσω της παρούσας απαντητικής επιστολής εκφράζω τις προσωπικές μου και μόνο απόψεις, όχι τις επίσημες θέσεις της ΕΡΑΣ. Και η απάντηση μου αυτή, δίνεται στο πλαίσιο μίας διαλεκτικής προσέγγισης και προπάντων φιλικής σχέσης. Σ’ αυτό ακριβώς το πλαίσιο, επέτρεψε μου μερικές παρατηρήσεις, διευκρινίσεις και εισηγήσεις στα όσα αναφέρεις στην ανοικτή επιστολή σου προς όλους εμάς, τους φίλους σου (και βεβαίως τις φίλες σου) στην ΕΡΑΣ: 

1. Αδιαμφισβήτητα, έχουμε εισέλθει σε ένα νέο στάδιο της ιστορίας και της πορείας του τόπου μας. Σε μία βαθιά κρίση, που όπως ορθά επισημαίνεις, γεννά διάφορα παντελώς ανορθολογικά και άκρως επικίνδυνα φαινόμενα. Σε μια κρίση που, πράγματι, φαίνεται να εκτρέφει περισσότερο την απόγνωση, την υστερία, τον φόβο, την ανασφάλεια και την αβεβαιότητα, παρά την ελπίδα της διεκδικητικής πολιτικής, την κριτική της ριζοσπαστικής αριστεράς, την αισιοδοξία της κοινωνικής αντίστασης, την ασφάλεια των συλλογικών δικαιωμάτων και την βεβαιότητα του οποιουδήποτε αξιακού προτάγματος – για ελευθερία, ισότητα, ειρήνη, δικαιοσύνη, αλληλεγγύη και αξιοπρέπεια. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, το έδαφος είναι γόνιμο για τους σπόρους της καταστροφής: τον νεοφιλελευθερισμό, την ακροδεξιά, το νεοφασισμό, τον λαϊκισμό, αλλά και τόσα άλλα δεινά: τον εθνικισμό, τον ρατσισμό, τον μιλιταρισμό, τον τεχνοκεντρισμό, την ανεξέλεγκτη εκμετάλλευση των φυσικών πόρων και δυστυχώς την γεωπολιτική εξάρτηση της ενεργειακής βιομηχανίας, για να αναφέρω μερικά και μόνο επιπλέον κακά, με τη σειρά μου. Και σίγουρα, αυτή είναι η μεγαλύτερη κρίση που γνώρισε ο παγκόσμιος καπιταλισμός μετά την οικονομική κατάρρευση του 1930. Το σημείο όμως όπου συμφωνώ περισσότερο μαζί σου συνδέεται με το ότι ούτε και εγώ ξέρω τι θα έρθει μετά, καθώς οι νομοτέλειες πράγματι διαψεύδονται. Και ενώ όλα φαίνεται να είναι αποτέλεσμα πάλης, όπως ήταν πάντοτε όμως στην ιστορία των αγώνων για ανθρώπινη και κοινωνική απελευθέρωση, η πάλη αυτή δυστυχώς φαίνεται να συρρικνώνεται στην ελάχιστη δυνατή προοπτική της. Αυτήν της εξωκοινοβουλευτικής και μη-θεσμοποιημένης, συγκρουσιακής και διεκδικητικής αριστεράς, με διάφορες ιδεολογικές κατευθύνσεις και χωρίς οποιαδήποτε κομματικά στεγανά. Χωρίς την οποία, πολλοί από εμάς, και κυρίως όσοι και όσες συνεχίζουμε να πιστεύουμε στην αναγκαιότητα της ανθρώπινης και κοινωνικής απελευθέρωσης, θα νιώθαμε – και βεβαίως θα ήμασταν – ακόμη πιο μόνοι. Μέχρι εδώ, λοιπόν, όλα καλά. Από εδώ και πέρα, όμως, αρχίζουν τα προβλήματα. 

2. Γράφεις ότι «υπό τις παρούσες συνθήκες είναι λανθασμένη και εξωπραγματική η θέση της πλειοψηφίας της ΕΡΑΣ, η οποία αδυνατεί να κάνει μία ορθή στοιχειώδη ανάγνωση της πολιτικής συγκυρίας». Ε λοιπόν, αγαπητέ μου φίλε Νίκο, επέτρεψε μου να πάρω το μέρος των πολιτικά αδικημένων και άρα εκλογικά ατίθασων. Η συγκεκριμένη θέση όχι μόνο δεν είναι λανθασμένη και εξωπραγματική. Απεναντίας, στη δική μου οπτική, είναι ορθή γιατί στηρίζεται στην πολιτική αξιοπρέπεια της και όχι σε οποιαδήποτε εκλογική δουλοπρέπεια. Και δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο πραγματική στη βάση της αναγκαιότητας της. Γιατί, πολύ απλά, η ουτοπία της αμφισβήτησης δεν θα μπορούσε να είναι πιο επίκαιρη στην εποχή της αμφισβήτησης της ουτοπίας. Η εν δυνάμει προοπτική μίας τέτοιας θέσης δεν θα μπορούσε εξάλλου να στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο σε μία εκλογική πραγματικότητα, αλλά απεναντίας μπορεί και πρέπει να εκφράσει πρωτίστως μία ιστορική αναγκαιότητα. Και αυτή η αναγκαιότητα δεν μπορεί παρά να συνδέεται άμεσα με την δυνατότητα ενός οράματος – προγράμματος για ... κάτι άλλο, κάτι διαφορετικό, κάτι πέραν των νόμων της ελεύθερης αγοράς και των μνημονίων του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού. Κάτι πέρα από τις «γενεσιουργές αιτίες της καταστροφής», που όπως ορθά μας επισημαίνει και ο Karl Polanyi, δεν είναι άλλες από την «ουτοπική απόπειρα του οικονομικού φιλελευθερισμού να εγκαθιδρύσει μία αυτορρυθμιζόμενη αγορά». Έτσι, για να επιστρέψω και πάλι στον ιστορικό παραλληλισμό μεταξύ της σημερινής κρίσης και της κρίσης του 1930. Και μπροστά στο αδίστακτο καθεστώς της ελεύθερης χρηματοπιστωτικής αγοράς και του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού, της λιτότητας και της ανεργίας, της φτώχειας και της εξαθλίωσης, του ρατσιστικού μίσους και της οικολογικής καταστροφής, αναγκαιότητα δεν αποτελούν η υποχώρηση και η συναίνεση, αλλά η διεκδίκηση και η σύγκρουση. Γράφεις, επίσης, ότι η θέση αυτή είναι εξαιρετικά προβληματική, αλλά η κριτική σου φαίνεται να πηγάζει περισσότερο από μία κομματική ταύτιση, παρότι από μια πολιτική και κοινωνιολογική ανάλυση. Γιατί ως πολιτικός κοινωνιολόγος, είμαι σίγουρος ότι γνωρίζεις τις τρεις πιθανές επιλογές ενός ψηφοφόρου σε μία εκλογική αναμέτρηση: «αποχώρηση, διαφωνία ή αφοσίωση» (“exit, voice or loyalty”), όπως τις έθεσε εύστοχα ο Albert Hirschman, σχεδόν μισό αιώνα προηγουμένως. Και λέω σκόπιμα κομματική και όχι πολιτική ταύτιση, όχι μόνο γιατί είμαι σίγουρος ότι αντιλαμβάνεσαι πως απευθύνεσαι σε πολιτικούς συντρόφους και συντρόφισσες σου, που προέρχονται από τον χώρο της ριζοσπαστικής αριστεράς, αλλά κυρίως γιατί αντιλαμβάνεσαι ότι έχουν τους δικούς τους λόγους για να αποχωρούν ή να διαφωνούν με παραδοσιακές για αυτούς και αυτές εκλογικές επιλογές. Όσον αφορά το αν θα έχει ή όχι απήχηση μία τέτοια επιλογή, αυτό μένει να φανεί στην πράξη. Επιπλέον, διαφωνώ μαζί σου ως προς το ότι οι άλλοι υποψήφιοι είναι όλοι δεξιοί της συντηρητικής / νεοφιλελεύθερης παράδοσης. Δυστυχώς, ο Γιώργος Λιλλήκας ανδρώθηκε πολιτικά και μεσουράνησε κομματικά μέσα από το χώρο της αριστεράς και συγκεκριμένα του ΑΚΕΛ. Και οι θέσεις που εκφράζει (προφανώς επιδερμικά και όχι ουσιαστικά) δεν ηχούν ευχάριστα μόνο στα αυτιά δεξιών ψηφοφόρων, αλλά δυστυχώς και παραδοσιακών αριστερών που απογοητεύτηκαν από τη διακυβέρνηση του ΑΚΕΛ και τις δεσμεύσεις του Μαλά. Παράλληλα, ακόμη κι αν η πρόταση της ΕΡΑΣ για αποχή ειδωθεί ως μία «θέση ηττοπάθειας», μην ξεχνάς ότι η επιλογή ήττας είναι πρωτίστως επιλογή του ΑΚΕΛ, όπως ορθά επισήμανε εδώ και καιρό η ΕΡΑΣ. Όσον αφορά την πολυδιάσπαση της αριστεράς (της παραδοσιακής και θεσμικής αριστεράς θα έλεγα εγώ), εδώ αγαπητέ Νίκο, η βάρκα όχι μόνο τρύπησε και μπάζει νερά, αλλά πολύ φοβάμαι ότι αποτελεί ήδη τεχνητό ύφαλο στο βυθό της ιστορικής συνέχειας της αριστεράς στον τόπο μας. Θεωρώ αναγωγισμό εκ μέρους σου να υποστηρίζεις ότι η πολυδιάσπαση είναι αποτέλεσμα μίας μεμονωμένης προεκλογικής επιλογής της ΕΡΑΣ και όχι αποτέλεσμα μίας σωρείας κυβερνητικών επιλογών του ΑΚΕΛ: οικονομικών, κοινωνικών, πολιτισμικών, οικολογικών, στρατιωτικών και άλλων. Πράγματι, η επιλογή της αποχής δεν είναι και η πιο «μάχιμη» (διεκδικητική θα έλεγα εγώ για να αποφύγω την μιλιταριστική ορολογία), αλλά, αλήθεια, που έγκειται η μαχητικότητα στις κυβερνητικές επιλογές του ΑΚΕΛ και στις προεκλογικές δεσμεύσεις του Μαλά; Και γιατί, αλήθεια, τόσοι νέοι και νέες κυρίως (όπως ορθά επισημαίνεις) αριστερής προέλευσης, προερχόμενοι και προερχόμενες μάλιστα από την πρώτη γραμμή των κοινωνικών και πολιτικών αγώνων της αριστεράς, είναι τόσο απογοητευμένοι και απογοητευμένες; Αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα, αγαπητέ μου φίλε Νίκο, και όχι το κατά πόσον κάποιοι και κάποιες παραπλανήθηκαν πολιτικά. Λες και κάποιοι τους πλάσαραν νοθευμένη ιδεολογία και τους εξαπάτησαν. Με όλο το σεβασμό, αλλά θεωρώ ότι με αυτό σου το επιχείρημα, απλά εκμηδενίζεις την κρίση τους και απαξιώνεις την κριτική τους! 

3. Και πάλι, εδώ δεν πρόκειται για οποιαδήποτε επιλογή «τιμωρίας» και κυρίως για μία επιλογή τιμωρίας με θρησκευτικό χαρακτήρα και ανορθολογικό περιεχόμενο. Αλλά για μία επιλογή αξιοπρέπειας, τόσο προσωπικής, όσο και συλλογικής, αλλά ταυτόχρονα πρωτίστως και αμιγώς πολιτικής. Την οποία κανείς δεν έχει δικαίωμα να αναιρέσει με μία απλουστευτική ανάλυση, παραγνωρίζοντας τη βαθύτερη λογική της. Μία λογική συνεκτικής και κριτικής ανάλυσης και όχι απαξιωτικού ή προσωποκεντρικού χαρακτήρα, ιδεολογικής στράτευσης και όχι αποστέωσης, πολιτικής διεκδίκησης και όχι απονεύρωσης. Σε αυτό το πλαίσιο, όχι μόνο δεν είναι άκαιρη και άστοχη, αλλά αποτελεί μία σαφέστατη ένδειξη των προθέσεων κάποιων συντρόφων μας να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων και να πουν «Όχι πια άλλες υποχωρήσεις! Ήρθε η ώρα για νέες διεκδικήσεις!» Το γεγονός ότι αυτές οι διεκδικήσεις δεν εκφράζονται μέσω ενός στενού προεκλογικού προγράμματος και ενός θεσμοποιημένου κομματικού σχηματισμού, μάλλον προσδίδει θετικό παρά αρνητικό πρόσημο στη συγκεκριμένη επιλογή. Και αυτό, γιατί οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες μας έχουν αντιληφθεί ότι είναι προτιμότερο να ανοίγεις νέους δρόμους, παρά να εγκλωβίζεσαι στα ίδια αδιέξοδα. Προφανώς, η συγκεκριμένη επιλογή δεν αποτελεί επαναστατική πράξη. Κανείς δεν είναι τόσο αφελής για να υποστηρίζει, πόσο μάλλον να πιστεύει κάτι τέτοιο. Αλλά, σίγουρα ριζοσπαστική τομή, πόσο μάλλον επαναστατική πράξη, δεν αποτελεί η διάσωση των τραπεζών και η θυσία μίας ολόκληρης γενιάς στο βωμό της απρόσκοπτης ανάπτυξης του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Αυτή είναι η πολιτική διάσπαση και η κοινωνική διάλυση, όχι η προγραμματική κριτική και η εκλογική χειραφέτηση. Όσον αφορά την εισαγωγή οποιονδήποτε μοντέλων, έχεις απόλυτο δίκαιο. Αλλά και πάλι, μου φαίνεται ότι παραγνωρίζεις την άλλη όψη του νομίσματος. Αυτήν της παραγνώρισης των απόψεων της βάσης της αριστεράς και την προσπάθεια συγκάλυψης λαθών και παραλείψεων, εις χάριν ενός προεκλογικού αγώνα, η έκβαση του οποίου, δυστυχώς, κρίνεται από εξαιρετικά απαισιόδοξη έως ανησυχητικά προβλέψιμη. Και αν η ιστορία της αριστεράς διδάσκει κάτι σε οποιονδήποτε πολιτικά σκεπτόμενο άνθρωπο είναι ακριβώς η δημοκρατικότητα της παράταξης στην οποία επιλέξαμε να ανήκουμε. Μία δημοκρατικότητα που χάνεται – και μαζί της η οποιαδήποτε δυναμική – όταν η κριτική μετατίθεται στα «Εισερχόμενα» ή καλύτερα στα «Υπόψη», Μετά Τις Εκλογές. Η εκπλήρωση του οποιουδήποτε απελευθερωτικού οράματος – προγράμματος και η δημιουργία της οποιασδήποτε ίσης και δίκαιης κοινωνίας δεν ήταν ποτέ αποτέλεσμα υποχώρησης και συναίνεσης, αλλά διεκδίκησης και σύγκρουσης, με όλες εκείνες τις αντιδραστικές, συντηρητικές και φιλελεύθερες δυνάμεις και συμφέροντα που στην καλύτερη περίπτωση πρότασσαν και συνεχίζουν να προτάσσουν μία «ρεαλιστική μεταρρύθμιση», μία μεταρρύθμιση με όρια και όρους. Μία νέα γενιά ανθρώπων, προερχόμενη από τον αστερισμό μίας ευρύτερης διεκδικητικής και συγκρουσιακής, ακτιβιστικής και κινηματικής αριστεράς φαίνεται να λέει «Όχι άλλα όρια και όροι» που καθιστούν μία κοινωνική αναγκαιότητα, άλλη μία απόμακρη ουτοπία. 

4. Κανείς δεν είπε «νίπτω τας χείρας μου». Κανείς δεν είπε «κλείνομαι στον γυάλινο πύργο μου». Απεναντίας, σε μία κοινωνία που χαρακτηρίζεται από την προχωρημένη σήψη του ατομικισμού, οι φίλοι και οι φίλες σου στην ΕΡΑΣ επέλεξαν το δρόμο της συλλογικής διεκδίκησης και της κοινωνικής αντίστασης. Το γεγονός ότι μέτρησαν τα κουκιά τους και είπαν «αφού δεν μπορούμε είτε σε επίπεδο μίας ευρύτερης αριστερής συμμαχίας ή στο επίπεδο μίας αυτόνομης αριστερής καθόδου, επιλέγουμε την αποχή και την πολιτική αξιοπρέπεια από την υποστήριξη και την εκλογική δουλοπρέπεια», δεν μειώνει την αξία της επιλογής τους. Ακόμη κι αν διαφωνείς με την επιλογή τους, σίγουρα δεν μπορείς να ακυρώνεις την απόφαση τους. Εξάλλου, αντικειμενικά μιλώντας, η επιλογή και η απόφαση τους καταδεικνύει και αποδεικνύει ότι σίγουρα το ΑΚΕΛ δεν αποτελεί το μόνο αριστερό ανάχωμα που υπάρχει στην Κύπρο. Και αν το ΑΚΕΛ είναι αρκετά έξυπνο και στρατηγικά σκεπτόμενο, καλά κάνει να αντιληφθεί όσο το δυνατόν πιο γρήγορα ότι η εμφάνιση ή καλύτερα η επανεμφάνιση ριζοσπαστικών αριστερών επιλογών στα πλάγια ή / και στα μετόπισθεν του, όχι μόνο είναι υπέρ του ίδιου του κόμματος ή της ευρύτερης αριστεράς, αλλά της ίδιας της κοινωνίας, την οποία το ΑΚΕΛ και η ευρύτερη αριστερά δεν μπορούν παρά μόνο να προασπίζουν και όχι να παραγνωρίζουν. 

5. Με τα πιο πάνω απευθύνω με τη σειρά μου έκκληση σε όλους τους αριστερούς ψηφοφόρους να συνεχίζουν να τοποθετούνται με σαφήνεια και σταθερότητα στα αριστερά του πολιτικού άξονα, εκεί όπου επέλεξαν να ανήκουν, χωρίς όμως στενές κομματικές προκαταλήψεις και μικροπολιτικές αντιλήψεις. Οι οποίες μάλιστα ενδέχεται να αναιρέσουν τις οποιεσδήποτε δημοκρατικές, προοδευτικές και ριζοσπαστικές τους διεκδικήσεις, κυρίως μάλιστα σε μία τόσο κρίσιμη ιστορική στιγμή, το διακύβευμα της οποίας είναι όλοι εκείνοι οι ιστορικοί αγώνες της αριστερής παράταξης και οι δημοκρατικές κατακτήσεις της κυπριακής κοινωνίας. 


Με συντροφική αλληλεγγύη, 

Ένας φίλος σου από την ΕΡΑΣ