8 Απρ 2013

Το χρονικό μιας επερχόμενης αποτυχίας

Καλές προθέσεις αλλά αναποτελεσματικότητα
 
Του Αδάμου Ζαχαριάδη

Τον Φεβρουάριο του 2008 ο Δημήτρης Χριστόφιας κέρδιζε, με ποσοστό 55%, την προεδρία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η εκλογή του ήρθε να ταράξει τα νερά της κυπριακής πολιτικής σκηνής, καθώς ήταν η πρώτη φορά που αριστερός πολιτικός αναλάμβανε το ύπατο αξίωμα της χώρας. Η Κύπρος, τότε, έβγαινε από μια πενταετία έντονης πόλωσης και αντιπαράθεσης με επίκεντρο την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν, στην οποία είχε παίξει καταλυτικό ρόλο η πολιτική επιρροή του απερχόμενου προέδρου Τάσσου Παπαδόπουλου.

Η εκλογή του Δημήτρη Χριστόφια υπό το σύνθημα «Δίκαιη λύση, δίκαιη κοινωνία» σηματοδότησε την αλλαγή της στάσης του εκλογικού σώματος στο Κυπριακό και αντιμετωπίστηκε σαν μια δεύτερη ευκαιρία επίλυσης του προβλήματος. Από την άλλη, η αμηχανία στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και του δυτικού τύπου υπήρξε έντονη, καθώς για πρώτη φορά αριστερό κόμμα αναλάμβανε την κυβέρνηση μιας χώρας-μέλους της Ε.Ε. Ενδεικτικός του κλίματος που επικρατούσε την επομένη της εκλογής Χριστόφια ήταν ο τίτλος των New York Times: «Ο κομμουνισμός κερδίζει στην Κύπρο». Παράλληλα, οι Times του Λονδίνου υποδέχτηκαν με διάθεση ειρωνείας τον νέο πρόεδρο: «Ο κύριος Χριστόφιας, 61 ετών, έχει καλύτερη επαφή με το Κρεμλίνο απ’ ό,τι με τον Λευκό Οίκο ή την Ντάουνινγκ Στρητ».

Παρά τη διεθνή επιφυλακτικότητα, στο εσωτερικό της Κύπρου η θητεία του νέου προέδρου ξεκινούσε με τους καλύτερους οιωνούς. Η αποδοχή προς το πρόσωπό του ξεπερνούσε το 75%, ενώ η αντιπολίτευση δήλωνε ότι θα δώσει χρόνο και στήριξη στη νέα κυβέρνηση προκειμένου να διαχειριστεί το Κυπριακό. Σε διάψευση των ευνοϊκών αυτών προϋποθέσεων, ο Χριστόφιας κατέληξε να είναι ο πρώτος απερχόμενος πρόεδρος που δεν διεκδίκησε επανεκλογή. Επιπλέον, τόσο το Κυπριακό όσο και η οικονομία βρίσκονται σήμερα στο χειρότερό τους σημείο. Από τη μια, οι τελευταίες εξελίξεις στην Κύπρο οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στην κατάρρευση της οικονομίας, όπως τουλάχιστον είχε διαμορφωθεί τις τελευταίες δεκαετίες, ενώ παράλληλα οι δικοινοτικές διαπραγματεύσεις οδηγήθηκαν σε ναυάγιο.

Η διακυβέρνηση Χριστόφια έγινε αντικείμενο ευρύτατου και έντονου προβληματισμού στον δημόσιο διάλογο που αναπτύσσεται και στην Ελλάδα. Σε μια απόπειρα αποτίμησης όμως, ιδιαίτερη σημασία έχουν τα δεδομένα και οι συνθήκες που διαμορφώθηκαν μέσα στην πενταετία, με κρισιμότερες τρεις πτυχές: το Κυπριακό, την οικονομία και τα ζητήματα εσωτερικής διακυβέρνησης.

Καλές προθέσεις αλλά αναποτελεσματικότητα


Η εκλογή Χριστόφια επενδύθηκε έντονα με την προσδοκία επίλυσης του κυπριακού προβλήματος. Η παράλληλη παρουσία του Μεχμέτ Αλί Ταλάτ στην ηγεσία της τουρκοκυπριακής κοινότητας ενίσχυε αυτή την προοπτική. Σε σύντομο χρονικό διάστημα από την εκλογή του, ο Χριστόφιας έκανε την πρώτη πράξη καλής θέλησης, ανοίγοντας το οδόφραγμα της Λήδρας για να διευκολυνθεί η μετακίνηση Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων στις δύο πλευρές του νησιού. Έτσι, η θητεία Χριστόφια ξεκίνησε με την ενίσχυση των δικοινοτικών διαπραγματεύσεων και τη σύγκλιση απόψεων σε διάφορα ζητήματα. Οι προτάσεις του για εναλλαγή προεδρίας και σταθμισμένη ψήφο ήταν πράγματι γενναίες και οδήγησαν τις συζητήσεις σε αρκετά καλό σημείο. Ωστόσο οι αντιδράσεις των κομμάτων της συγκυβέρνησης (ΔΗ.ΚΟ. και Ε.Δ.Ε.Κ.) και της αντιπολίτευσης, η επιμονή του Χριστόφια σε λύση «κυπριακής ιδιοκτησίας» και οι αργοί ρυθμοί των διαπραγματεύσεων, ορισμένες φορές με ευθύνη της ελληνοκυπριακής πλευράς, έφεραν την κατάσταση σε τέλμα.

Στη συνέχεια, η πτώση του Ταλάτ και η άνοδος του Ντερβίς Έρογλου στην εξουσία δυσκόλεψαν τις διαπραγματεύσεις, καθώς ο τελευταίος θεωρείται ένας από τους πιο αδιάλλακτους πολιτικούς στο βόρειο μέρος. Με αυτή την έννοια, ένα μέρος των ευθυνών του Χριστόφια για το αδιέξοδο των διαπραγματεύσεων αφορά την αργοπορία που επέδειξε σε κρίσιμες στιγμές και ειδικά όταν πλησίαζαν οι εκλογές στο βόρειο τμήμα, όπου ήταν πλέον εμφανές ότι ο Ταλάτ δεν θα παρέμενε στην εξουσία. Επιπλέον, η αδυναμία του να υποστηρίξει στο εσωτερικό τις προτάσεις του, ενίσχυσε τις απορριπτικές φωνές στην ελληνοκυπριακή κοινότητα. Τέλος, απρόσφορη για την εξέλιξη των διαπραγματεύσεων ήταν η επιμονή του στην απόρριψη της πρότασης Ταλάτ για διεθνή διάσκεψη για το Κυπριακό με τη συμμετοχή της Τουρκίας και της Ελλάδας, την ώρα που δήλωνε ότι το κλειδί της λύσης βρίσκεται στα χέρια της Άγκυρας.

Από την ψευδαίσθηση ασφάλειας στο «μεγάλο κούρεμα»


Το τέλος της διακυβέρνησης Χριστόφια είναι η πρώτη στιγμή στη σύγχρονη κυπριακή ιστορία όπου το Κυπριακό δεν αποτελεί το κυρίαρχο πολιτικό διακύβευμα. Η Κύπρος μπήκε, με τον πλέον ακραίο και ακαριαίο τρόπο, στον φαύλο κύκλο των μνημονίων και της ύφεσης. Αξίζει εδώ να αναφέρουμε ότι η κυβέρνηση Χριστόφια απευθύνθηκε αρχικά στη Ρωσία για δανειοδότηση, αλλά η κυβέρνηση Πούτιν αρνήθηκε, ενώ ούτε η απόπειρα προσέγγισης της Κίνας είχε θετικά αποτελέσματα. Κρίσιμο ζήτημα αποτελούν οι λόγοι που οδήγησαν την κυπριακή οικονομία στο συγκεκριμένο σημείο και οι ευθύνες της κυβέρνησης του Δημήτρη Χριστόφια σε αυτή την εξέλιξη.


Η Κύπρος, όπως άλλωστε και όλες οι χώρες της Ευρωζώνης, κλήθηκε να διαχειριστεί το πρόβλημα της μεγαλύτερης παγκόσμιας οικονομικής κρίσης των τελευταίων δεκαετιών. Σε κάθε περίπτωση, η ανάγνωση και η διαχείριση της οικονομικής κρίσης βασίζεται στις ιδιαιτερότητες και τα χαρακτηριστικά της κάθε χώρας. Δύο είναι οι σημαντικότερες ιδιαιτερότητες της κυπριακής περίπτωσης. Πρώτον, το γεγονός ότι στην εξουσία βρισκόταν η Αριστερά της χώρας. Δεύτερον, οι κυπριακές τράπεζες ήταν ιδιαίτερα εκτεθειμένες σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, με αποτέλεσμα μετά το κούρεμα να πληγούν σημαντικά και δυσανάλογα για το μέγεθός τους.


Η κυβέρνηση του Α.Κ.Ε.Λ. αναγκάστηκε να προσφύγει στην τρόικα, προκειμένου να λυθεί το πρόβλημα της ανακεφαλαιοποίησης των κυπριακών τραπεζών. Το τελικό ποσό που ειπώθηκε πως θα χρειαστεί για την ανακεφαλαιοποίηση φτάνει τα 17 δισεκατομμύρια ευρώ, δηλαδή το 100% του Α.Ε.Π. της χώρας. Το Δ.Ν.Τ. θεώρησε ότι το συγκεκριμένο ποσό καθιστά το χρέος μη βιώσιμο και ζήτησε να βρεθεί το ποσό των 7 δισ. προκειμένου να συμμετέχει στο πρόγραμμα. Έτσι, το Eurogroup, με τη σύμφωνη γνώμη του Αναστασιάδη, πήρε την απόφαση για το πρώτο κούρεμα στις καταθέσεις των κυπριακών τραπεζών. Την πρώτη άρνηση της κυπριακής Βουλής ακολούθησε η δεύτερη, ακόμα πιο εξουθενωτική, απόφαση της τρόικας με την οποία ουσιαστικά χρεοκοπεί η Λαϊκή και συρρικνώνεται η Τράπεζα Κύπρου. Έτσι, η Κύπρος αναμένεται να υπογράψει και τυπικά τη συμφωνία για το μνημόνιο στα μέσα Απριλίου. Τα μέτρα που ήδη έχουν συμφωνηθεί και επικυρωθεί ομόφωνα από τη Βουλή προβλέπουν: αναστολή της Α.Τ.Α. (Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή των μισθών) για όσο διαρκέσει το πρόγραμμα και επαναφορά της κατά το ήμισυ μετά το τέλος του μνημονίου, διατήρηση του 13ου μισθού και καμία περικοπή στους χαμηλόμισθους (έως 1.000 ευρώ) τον πρώτο χρόνο και μείωση μέχρι 3% από τον δεύτερο και μετά, αύξηση φόρων σε καπνό, αλκοόλ και καύσιμα, καθώς και στο Φ.Π.Α., και παράλληλα μείωση δαπανών σε δημόσια υγεία και συντάξεις. Τέλος, δεν λείπουν και οι απολύσεις από τον δημόσιο τομέα με αρχή τη μη ανανέωση των συμβάσεων σε περίπου χίλιους ωρομίσθιους.

Ιδιαίτερη σημασία έχει ο τρόπος με τον οποίο αναλύθηκε η οικονομική κρίση από το κόμμα της κυπριακής Αριστεράς. Από το τέλος του 2011, η ανεργία είχε αυξηθεί κατά 50%. Παράλληλα, ήταν κοινό μυστικό ότι η οικονομική άνθηση του νησιού οφειλόταν στην ανάπτυξη της αγοράς ακινήτων, με αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας χρηματοπιστωτικής φούσκας παρόμοιας με αυτήν της Ιρλανδίας. Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση του Α.Κ.Ε.Λ. επιδόθηκε σε μια απόπειρα καθησυχασμού της κυπριακής κοινωνίας. Αξιωματούχοι, στελέχη, ακόμα και ο ίδιος ο Χριστόφιας, επαναλάμβαναν ότι η κυπριακή οικονομία είναι θωρακισμένη και ότι το κυπριακό κράτος έχει τη δυνατότητα να εγγυηθεί τη σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος. Έδιναν ιδιαίτερη έμφαση στις ιδιαιτερότητες της κυπριακής οικονομίας, αποσυνδέοντας έτσι την κυπριακή περίπτωση από την παγκόσμια οικονομική κρίση. Κυριάρχησε, επομένως, μια απλουστευτική ανάλυση για την παγκόσμια οικονομική κρίση, τους τρόπους διαχείρισής της και αλλά και την προστασία των εργατικών και κοινωνικών κατακτήσεων.

Ο Χριστόφιας και η κυβέρνηση του Α.Κ.Ε.Λ. επιδόθηκαν σε ένα σαφάρι εξεύρεσης του «καλύτερου δανειστή», το οποίο γρήγορα αποδείχθηκε ανώφελο. Όταν αυτό έγινε πλέον ηλίου φαεινότερον, το Α.Κ.Ε.Λ. άρχισε να επιρρίπτει ευθύνες στον τότε πρόεδρο της Κεντρικής Τράπεζας Αθανάσιο Ορφανίδη για την ανοχή του στο παιχνίδι των δύο μεγάλων κυπριακών τραπεζών, οι οποίες συνέχιζαν να αγοράζουν ελληνικά ομόλογα και μάλιστα μέσω Γερμανίας. Αν και υπήρχε πράγματι σοβαρό πολιτικό και ηθικό πρόβλημα με τη στάση του Ορφανίδη σε αυτή τη στρατηγική, το Α.Κ.Ε.Λ. επιχείρησε να πείσει ότι υπεύθυνος για τα προβλήματα του κυπριακού οικονομικού συστήματος ήταν ένας οικονομικός παράγοντας ο οποίος, είτε από ιδεολογική επιλογή είτε από παραλείψεις, οδήγησε τη χώρα σε αυτό το σημείο. Έτσι, ενισχύθηκε εκ μέρους του κόμματος και της κυβέρνησης μια προσπάθεια αποποίησης ευθυνών και παράλληλα η άποψη περί διαχωρισμού της κυπριακής περίπτωσης από την κρίση χρέους της υπόλοιπης Ευρωζώνης.

Με αυτή την ανάγνωση, το Α.Κ.Ε.Λ. εξακολουθούσε να μην αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο θεμελιώθηκε το ελληνοκυπριακό χρηματιστηριακό κεφάλαιο, στο μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης από το 1974 και μετά, αλλά και στις υπόγειες διαδρομές ρωσικών και σερβικών κεφαλαίων στο νησί, οι οποίες ενισχύθηκαν ιδιαίτερα την τελευταία δεκαετία. Επιπλέον, σε μια εποχή όπου οι αντιθέσεις κεφαλαίου-εργασίας εντείνονται, το Α.Κ.Ε.Λ. επέμενε να μην αναθεωρεί τη διαχρονική του στρατηγική περί διατήρησης της «εργατικής ειρήνης». Αυτές οι επιλογές, που προσομοιάζουν με τις θέσεις της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, μείωσαν προοδευτικά τη δυνατότητα της κυπριακής Αριστεράς να παρεμβαίνει σε θέματα που αφορούν την οργάνωση των κοινωνικών και εργατικών διεκδικήσεων. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, το Α.Κ.Ε.Λ. έχει μετατραπεί σε ένα κόμμα εξουσίας, αποκομμένο σε μεγάλο βαθμό από τις κοινωνικές διεργασίες, γεγονός που αντανακλάται και στις συνεχείς απόπειρες για συνεργασία με τα κόμματα του Κέντρου. Οι τελευταίες εξελίξεις πάντως ίσως οδηγήσουν το Α.Κ.Ε.Λ. σε μια αλλαγή στάσης. Ήδη το κόμμα της κυπριακής Αριστεράς έχει διατυπώσει την άποψη περί απεγκλωβισμού από την τρόικα, ενώ φαίνεται να επεξεργάζεται και τη θέση περί εξόδου από την Ευρωζώνη και επιστροφής στο εθνικό νόμισμα. Η ανάλυση πάντως του Α.Κ.Ε.Λ. παραμένει σε μεγάλο βαθμό «κυπροκεντρική», καθώς επιμένει να δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην προσπάθεια των ξένων, με πρόσχημα την οικονομική κρίση, να αποκομίσουν οφέλη από το φυσικό αέριο της Κύπρου.

Το Μαρί επισκίασε τα πάντα

Ο Χριστόφιας εκλέχτηκε με σαφείς δεσμεύσεις για φορολόγηση της Εκκλησίας, εκπαιδευτική μεταρρύθμιση σε προοδευτική κατεύθυνση και αξιοκρατία. Εντούτοις μετά το πέρας της πενταετίας ο απολογισμός σε αυτά τα σημεία είναι αρνητικός.
Αρχικά φάνηκε ότι οι προθέσεις της κυβέρνησης είναι να θέσει την Εκκλησία στο περιθώριο των πολιτικών εξελίξεων. Έτσι, για πρώτη φορά διορίστηκε υπουργός Παιδείας χωρίς την έγκριση του αρχιεπισκόπου, ενώ παράλληλα ξεκίνησαν να διατυπώνονται οι πρώτες δημόσιες θέσεις για τη φορολόγηση του εκκλησιαστικού πλούτου. Οι αντιδράσεις του εκκλησιαστικού και του φιλοεκκλησιαστικού κατεστημένου τόσο για την αλλαγή των βιβλίων ιστορίας όσο και για τη φορολόγηση δεν επέτρεψαν την ολοκλήρωση αυτών των εξαγγελιών. Ο Χριστόφιας αναγκάστηκε να αντικαταστήσει τον Α. Δημητρίου στο Υπουργείο Παιδείας με τον αρεστό στην Αρχιεπισκοπή Γ. Δημοσθένους. Όσον αφορά την εκκλησιαστική φορολογία, η κυβέρνηση και η Αρχιεπισκοπή κατέληξαν σε έναν «ιστορικό συμβιβασμό» που προβλέπει τη μερική φορολόγηση της πανίσχυρης Εκκλησίας της Κύπρου.

Η πενταετία Χριστόφια επισκιάστηκε από την έκρηξη στο Μαρί και τον θάνατο δεκατριών στρατιωτικών. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση χειρίστηκε αυτή την κρίση που χαρακτηρίστηκε ως η σημαντικότερη μετά την τουρκική εισβολή. Οι δημόσιες τοποθετήσεις του Χριστόφια για την έκρηξη και η αποφυγή ανάληψης ευθυνών συνέτειναν στο να χάσει κάθε κοινωνικό έρεισμα. Οι Αγανακτισμένοι που συγκεντρώθηκαν αμέσως έξω από το Προεδρικό Μέγαρο δεν είχαν καμιά σχέση με τα αντίστοιχα κινήματα στην Ελλάδα και την Ισπανία. Από τις πρώτες κιόλας μέρες κυριάρχησε η παρουσία ακροδεξιών και συντηρητικών οργανώσεων, οι οποίες διαδήλωναν κατά του «γιου της πλύστρας», ενώ σφοδρή ήταν η αντίδρασή τους όταν η κυβέρνηση αποφάσισε να προχωρήσει στην αγορά ρεύματος από το βόρειο τμήμα του νησιού. Η συντηρητική ρητορική και συνθηματολογία αυτού του κινήματος συσπείρωσε προς την αντίθετη κατεύθυνση μια σημαντική μερίδα αριστερών και προοδευτικών πολιτών, οι οποίοι έσπευσαν να υπερασπιστούν όχι τόσο το πρόσωπο του Χριστόφια αλλά συνολικότερα την Αριστερά και την προοπτική της ειρηνικής συμβίωσης με τους Τουρκοκυπρίους. Η ομάδα αυτή όμως γρήγορα απογοητεύτηκε καθώς διαψεύστηκε η πεποίθησή της ότι η κυβέρνηση του Α.Κ.Ε.Λ. θα προχωρούσε σε τομές τόσο στο Κυπριακό όσο και στο επίπεδο της οικονομίας.

Αντί επιλόγου

Η πενταετία Χριστόφια θεωρήθηκε μία από τις πλέον αποτυχημένες της κυπριακής ιστορίας. Η κυπριακή Αριστερά διέψευσε τις προσδοκίες, σύμφωνα με τις οποίες η διακυβέρνηση του Α.Κ.Ε.Λ. θα μπορούσε να προχωρήσει σε βαθιές τομές σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο. Αντίθετα, επέλεξε μια μετριοπαθή στάση απέναντι στα κυρίαρχα οικονομικά και κοινωνικά συμφέροντα, με συμβιβασμούς των αρχικών του εξαγγελιών, πιστεύοντας ότι με αυτόν τον τρόπο θα εδραιώσει την παρουσία του στην εξουσία. Αυτή η εκτίμηση αποδείχθηκε όνειρο θερινής νυκτός, καθώς με την υιοθέτηση μιας συμβιβαστικής τακτικής η κυπριακή Αριστερά αποδείχθηκε εύκολος στόχος για τους αντιπάλους της.

Πηγή: Ηλεκτρονικό περιοδικό «Χρόνος»

4 Απρ 2013

Μνημόνιο και Ιερές Αγελάδες


Δεν διαφωνεί κανείς, ούτε καν το Eurogroup, ότι τα μέτρα που επιβάλλονται τώρα στην κυπριακή οικονομία θα τη βυθίσουν σε μια κυριολεχτικά πρωτοφανή ύφεση.  Πρόκειται για ένα σοκ τεραστίων διαστάσεων που καταστρέφει εν ριπή οφθαλμού ένα ολόκληρο μοντέλο ανάπτυξης μιας οικονομίας υπηρεσιών, που το κυριότερο εξαγωγικό της προϊόν είναι πρώτα οι υπηρεσίες (τραπεζικές, νομικές, λογιστικές κ.λπ.) σε ξένες επιχειρήσεις και μετά οι υπηρεσίες στους ξένους περιηγητές.
Ωστόσο, το ίδιο το Eurogroup, στην προσπάθειά του να χειριστεί «πρωτότυπα» την κυπριακή κρίση, θυσίασε στο βωμό της τουλάχιστον δύο ιερές αγελάδες: Το απαραβίαστο της ατομικής ιδιοκτησίας με το «κούρεμα» καταθέσεων και την ελευθερία στη διακίνηση κεφαλαίων με τις περιοριστικές ρυθμίσεις που δεν αφορούν μόνο στη διεθνή διακίνηση.  Δημιούργησε έτσι ένα θεσμικό πλαίσιο που επιτρέπει την εφαρμογή εναλλακτικών οικονομικών πολιτικών με στόχο τη μείωση της ύφεσης και των επιπτώσεων της στους μισθούς, τις συντάξεις, το ποσοστό απασχόλησης και το «κοινωνικό κράτος».  
Η προκαταρτική συμφωνία τρόικας και κυβέρνησης Χριστόφια προέβλεπε δάνειο μέχρι και €17,5 δισ.  Ωστόσο, οι ανάγκες της κυπριακής οικονομίας καλύπτονται με ένα πολύ χαμηλότερο ποσό.  Με το χειρότερο δυνατό σενάριο ύφεσης στην κυπριακή οικονομία, οι κυπριακές τράπεζες χρειάζονται κοντά στα €10 δισ. σύμφωνα με το διεθνή οίκο αξιολόγησης.  Άλλα €6 δισ. προβλέπονται για ανανέωση των ήδη υφιστάμενων ομολόγων δημοσίου που θα λήξουν την προσεχή περίοδο (δεδομένου ότι οι αγορές αρνούνται να τα’ ανανεώσουν) και €1,5 δισ. για τις άμεσες ανάγκες χρηματοδότησης του κράτους.  Έτσι συμπληρώνονται τα €17,5 δισ.
Στην πραγματικότητα, οι ανάγκες της κυπριακής οικονομίας δεν ξεπερνούν σε καμία περίπτωση τα €10-12 δισ., πρώτον γιατί οι ανάγκες των τραπεζών είναι σαφώς υπερτιμημένες από το διεθνή οίκο και την τρόικα και δεύτερον γιατί τα €6 δισ. για αναχρηματοδότηση του δημόσιου χρέους, αν δεν εκλείψουν μόλις εξυγιανθεί το τραπεζικό σύστημα της Κύπρου, μπορεί να τύχουν πιο λεπτού χειρισμού: Το €1,5 δισ. ομολόγων που λήγουν τον Ιούνιο είναι εξωτερικό χρέος και πρέπει να πληρωθεί αν δεν επιτευχθεί συμφωνία ανανέωσης με τους δανειστές.  Το υπόλοιπο ποσό του εσωτερικού δανεισμού μπορεί ν’ ανανεωθεί υποχρεωτικά.  Σε αντίθεση με το ελληνικό δημόσιο χρέος, το κυπριακό παραμένει ακόμη και τώρα (ως ποσοστό του ΑΕΠ) πολύ κάτω από τον μέσο όρο στην ευρωζώνη.
Αυτά τα €10-12 δισ. μπορούν να εξασφαλιστούν εν μία νυχτί χωρίς μνημόνιο και δανειακή σύμβαση, τρόικα και πολιτικές λιτότητας, διαμέσου του εσωτερικού, υποχρεωτικού δανεισμού.  Οι καταθέσεις στην Κύπρο φθάνουν αυτή τη στιγμή τα €67 δισ., εκ των οποίων λιγότερο από τα μισά (γύρω στα €30) αντιστοιχούν σε καταθέσεις κάτω των €100.000.  Θα μπορούσε λοιπόν η κυπριακή κυβέρνηση ν’ αποφύγει το κούρεμα των καταθέσεων κάτω από €100.000 για να σεβαστεί και τη σχετική ευρωπαϊκή οδηγία και να χρησιμοποιήσει, κατά μέσο όρο, το 30-35% των υπόλοιπων μεγάλων καταθέσεων όλων των τραπεζικών ιδρυμάτων για εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος και για υποχρεωτικό δανεισμό στο κράτος.  Το ποσοστό της υποχρεωτικής απομείωσης των καταθέσεων θα μπορούσε να οριστεί με κλιμακωτό τρόπο ανάλογα με το ύψος της κατάθεσης και να εξαιρεθούν απ’ αυτό ταμεία προνοίας συντάξεων και δημόσιων οργανισμών.  Ένα μέρος από τα χρήματα της απομείωσης, ας πούμε αυτό των πιο μεγάλων καταθέσεων, θα μπορούσε αντιστοιχηθεί με τα επισφαλή δάνεια και τις υποθήκες τους που θα παραχωρηθούν σε ένα ιδιωτικό οργανισμό διαχείρισής τους με κρατική εποπτεία.  Δηλαδή θα δοθούν μετοχές αυτού του οργανισμού στους καταθέτες ανάλογα με το ποσό του κουρέματος.  Δημιουργείται δηλαδή μια ενιαία «κακή τράπεζα» για να περιλάβει όλα τα επισφαλή δάνεια και τις διασφαλίσεις τους.  Αμέσως προκύπτει ένα υγιές τραπεζικό σύστημα χωρίς επισφάλειες και σύντομα με διαθέσιμη ρευστότητα από τους τόκους που θα εξοικονομούνται από τις καταθέσεις.  
Ένα άλλο μέρος από αυτά τα χρήματα θα θεωρηθεί «υποχρεωτικός», εσωτερικός δανεισμός του κράτους με αντίκρισμα ομόλογα φυσικού αερίου, έτσι που να μην χρειαστούν περικοπές μισθών, συντάξεων και κοινωνικών παροχών.
Παράλληλα, θα πρέπει να περιοριστεί περαιτέρω το μέγεθος του χρηματοπιστωτικού συστήματος με την εκποίηση όλων των τραπεζικών παραστημάτων στο εξωτερικό σε τιμές λιγότερο εξευτελιστικές από τις «ελληνικές».
Επιβάλλεται εθνικοποίηση των προβληματικών τραπεζών, δηλαδή σε ένα πρώτο στάδιο της Λαϊκής και της Τράπεζας Κύπρου που δέχθηκαν ήδη κρατική στήριξη, και αναδιάρθρωσή τους σε μια ενιαία, κρατική τράπεζα.  Μόνο έτσι είναι δυνατό ν’ αποκτήσουν ξανά την αξιοπιστία τους.  Το κράτος έχει πολύ πιο πολλά μέσα για ν’ αντέξει τους κραδασμούς και να εγγυηθεί την επιβίωση του τραπεζικού συστήματος και την ομαλή λειτουργία του.  Ας μην ξεχνάμε ότι το 2008-2009, η Αγγλία διαχειρίστηκε (αποτελεσματικά) την τραπεζική της κρίση μέσω της εθνικοποίησης.  Επιβάλλονται ριζικές διαρθρωτικές αλλαγές στην οργανωτική δομή των τραπεζών που να περιλαμβάνουν απομάκρυνση και τιμωρία των ηγετικών στελεχών τους που ευθύνονται για την κρίση.  Αυτή η τιμωρία επιβάλλεται όχι για ικανοποίηση (κατανοητών) εκδικητικών διαθέσεων, αλλά για ν’ αποκατασταθούν το ταχύτερο τα «συναλλαχτικά ήθη», που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της οικονομικής σταθερότητας.
Η νέα εθνική τράπεζα της Κύπρου θα πρέπει να λειτουργήσει με κριτήριο όχι το άμεσο κέρδος και την κερδοσκοπία, αλλά με κριτήριο την οικονομική ανάπτυξη στα πλαίσια ενός νέου αναπτυξιακού μοντέλου.  Μια νέα πολιτική χαμηλών επιτοκίων είναι πρωταρχικής σημασίας τόσο για την επιβίωση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, όσο και για τη βιωσιμότητα των ιδιωτικών προς το παρόν ακόμη ασφαλών δανείων των οποίων η βιωσιμότητα θα κινδυνεύσει λόγω της ύφεσης.
Ο ELA έχει ήδη σχεδόν εξαντλήσει το όριο των €10 δισ. που προβλέπεται για την Κύπρο.  Ωστόσο, με την εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος και τους περιορισμούς στην διακίνηση κεφαλαίων δεν θα χρειαστεί ιδιαίτερη ενίσχυση του τραπεζικού συστήματος με νέα ρευστότητα.  Η ΕΚΤ δεν έχει κανένα απολύτως λόγο ν’ αρνηθεί στην Κύπρο μια προσωρινή επέκταση του ορίου του ELA.
 Άλλωστε, σε διπλωματικό επίπεδο, θα πρέπει να δοθεί έμφαση σε μια εκστρατεία που να εξηγεί ότι φορτώνεται στην Κυπριακή Δημοκρατία ένα «απεχθές χρέος» τουλάχιστον €10 δισ.  Πρόκειται για τα €5,5 δισ. του ELA που στήριξαν το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα μέσω των παραρτημάτων κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα: Πέραν από τη νομική πτυχή του θέματος που σίγουρα δεν βοηθά, υπάρχει και μια ουσία που πρέπει και μπορεί να αξιοποιηθεί σε διπλωματικό επίπεδο.  Πρόκειται επίσης για τα €4,5 δισ. ζημίας λόγω του κουρέματος του ελληνικού, δημόσιου χρέους: Δεν είναι ούτε λογικό, ούτε ηθικά ορθό να χάνει μια μικρή χώρα το 25% του ΑΕΠ της λόγω μιας ευρωπαϊκής απόφασης, έστω και αν συμμετείχε σ’ αυτήν.  Η κυπριακή οικονομία δέχτηκε ένα ασύμμετρο σοκ το οποίο θα έπρεπε να τύχει ειδικής μεταχείρισης.    
Με την αξιοποίηση των τραπεζικών καταθέσεων εξασφαλίζονται οι άμεσες ανάγκες χρηματοδότησης των τραπεζών και του κράτους.  Χρειάζεται όμως ν’ αυξηθούν τα δημόσια έσοδα ούτως ώστε να προσεγγίσουν ως ποσοστό του ΑΕΠ το μέσο όρο της ευρωζώνης (υστερούν περίπου κατά 4 μονάδες).  Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με τα πιο κάτω μέτρα που εν μέρει επιβάλλονται και τώρα από το Εurogroup:
Α. Αύξηση του εταιρικού φόρου από το 10% στο 12,5% σε πρώτη φάση. Αυτή η μικρή αύξηση ελάχιστα θα επηρεάσει τις δραστηριότητες των ξένων εταιριών στην Κύπρο, αλλά θα αποφέρει €150-200 εκ. το χρόνο και περισσότερα όταν το ΑΕΠ επανέλθει στα φυσιολογικά του υψηλά επίπεδα αύξησης.
Β. Ν’ αυξηθεί ο ανώτατος φορολογικός συντελεστής σε εισοδήματα π.χ άνω των €50.000.
Γ. Αύξηση του φόρου ακίνητης ιδιοκτησίας μόνο για τη μεγάλη ιδιοκτησία με κλιμακωτούς συντελεστές.
Δ. Συμπερίληψη της εκκλησίας στο φορολογικό πακέτο χωρίς καμιά ευνοϊκή μεταχείριση και δήμευση εκκλησιαστικής γης, ως μέτρο αναδρομικής φορολογικής επιβάρυνσης.  Η δημευμένη εκκλησιαστική γη θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως διασφάλιση για εξασφάλιση εξωτερικού δανείου για ένα ταμείο κοινωνικής αλληλεγγύης με στόχο να αμβλυνθούν οι κοινωνικές συνέπειες της κρίσης στα πιο ευάλωτα στρώματα.     
Ε. Αύξηση του φόρου πολυτελείας σε εισαγόμενα καταναλωτικά προϊόντα, όπως π.χ. σε αυτοκίνητα πάνω από 1600 κυβικά.  Κάτι τέτοιο θα συνέβαλλε και στην εξοικονόμηση ενέργειας που επίσης είναι εισαγόμενη.
Δ. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να είμαστε αντίθετοι στην επιβολή κάποιου μικρού τέλους στις κερδοσκοπικού χαρακτήρα χρηματοπιστωτικές συναλλαγές.  Η φορολόγηση των καταθέσεων εμπίπτει στο ευρύτερο πλαίσιο συμβολής του πλούτου και των ψηλών εισοδημάτων στην αντιμετώπιση της κρίσης.
Με την πιο πάνω σειρά μέτρων η Κύπρος δεν χρειάζεται μνημόνιο γιατί και οι άμεσες ανάγκες χρηματοδότησης καλύπτονται και το δημοσιονομικό πλαίσιο τίθεται σε μια πιο δίκαιη, ισορροπημένη και ορθολογική βάση.  Αξίζει ν’ αναφερθεί ότι αυτή τη στιγμή, λόγω της ύφεσης, το εξωτερικό εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών είναι θετικό στην Κύπρο, άρα δεν χρειάζεται (άλλη) νομισματική υποτίμηση: Το «κυπριακό» ευρώ είναι ήδη άτυπα υποτιμημένο γιατί αν θέλω να επενδύσω €100 στην Κύπρο που έχω στο εξωτερικό, εύκολα βρίσκω κάποιον να μου τα δώσει στην Κύπρο έναντι €70 ή €80 που θα πάρει από μένα στο εξωτερικό.  Ας μην ξεχνούμε επίσης ότι μια ενδεχόμενη άταχτη έξοδος από το ευρώ και ανεξέλεγκτη υποτίμηση της κυπριακής λίρας σημαίνει άμεση, κατακόρυφη πτώση του βιοτικού επιπέδου των λαϊκών στρωμάτων και δεν θα οδηγήσει, λόγω της δομής της οικονομίας, σε σημαντική βελτίωση της ανταγωνιστικότητας.  Η οικονομία της Κύπρου χρειάζεται στροφή προς παραγωγικές δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας και ριζική μεταρρύθμιση των κρατικών μηχανισμών προώθησης της οικονομικής ανάπτυξης και του κοινωνικού κράτους.
Οι πιο πάνω ιδέες εμπνέονται από το Ισλανδικό μοντέλο διαχείρισης της κρίσης που προσαρμόζεται σε συνθήκες νομισματικής ένωσης: Αν δεν μειώσουμε το «κοινωνικό κεκτημένο» και «εξάγουμε» μέρος της κρίσης με στοχευμένο άλλα όχι «ρατσιστικό κούρεμα» καταθέσεων, αν απαξιώσουμε κυρίως μη παραγωγικό κεφάλαιο, θα μειώσουμε όσο το δυνατό λιγότερο την εγχώρια ζήτηση και θ’ αποφύγουμε ένα φαύλο κύκλο εσωτερικής υποτίμησης κατά το ελληνικό πρότυπο.  Δεν έχουμε τη βιομηχανική υποδομή της Ιρλανδίας για ν’ ανακάμψουμε εντός μνημονίου σχετικά γρήγορα, έχουμε όμως την ευελιξία της μικρής οικονομίας όπως και η Ισλανδία.
Το μνημόνιο έχει άλλωστε ένα κόστος πέραν από τους «τόκους» του και είναι άκρως αμφίβολο αν τα νομοσχέδια που προϋποθέτει (π.χ. για τις ιδιωτικοποιήσεις ημικρατικών οργανισμών) θα «περνούν» αβίαστα από τη βουλή και τους άμεσα ή έμμεσα επηρεαζόμενους.  Η απεμπλοκή από το μνημόνιο δεν σημαίνει μόνο αποκατάσταση της αξιοπρέπειας του κυπριακού λαού.  Ίσως να σημαίνει και διάσωση των εισοδημάτων του φυσικού αερίου που τώρα κινδυνεύει να καεί ως εξυπηρέτηση χρέους.    
Σταύρος Τομπάζος
Πανεπιστήμιο Κύπρου

2 Απρ 2013

Οι υπόγειες διαδρομές του κυπριακού τραπεζικού συστήματος


Η κυπριακή κοινωνία διανύει μια πρωτόγνωρη περίοδο σαν αποτέλεσμα της τραπεζικής κατάρρευσης. Χιλιάδες τραπεζικοί υπάλληλοι προ του φάσματος της απόλυσης, χιλιάδες άλλοι εργαζόμενοι απολύονται από το κλείσιμο επιχειρήσεων, χάσιμο περιουσιών από τη μια στιγμή στην άλλη, μείωση μισθών, φτωχοποίηση μεγάλου αριθμού συνανθρώπων μας. Την ώρα αυτή της απελπισίας, έρχονται ξανά στο φως αποκαλύψεις για διαγραφή χρεών ανθρώπων της πολιτικής και οικονομικής ελίτ, εταιριών συνδεδεμένων με κόμματα και συντεχνίες, όπως και πολλών άλλων «επώνυμων» . Και αν λάβουμε υπόψη το γεγονός της φυγάδευσης στο εξωτερικό εκατομμυρίων ευρώ τις τελευταίες μέρες , τότε μιλούμε για μια τεράστια πρόκληση. Δεν έχει σημασία αν οι αποκαλύψεις είναι ακριβείς στην ολότητά τους ή όχι , ούτε αν τελικά θα πάρουν το δρόμο της δικαιοσύνης.
Το ζήτημα είναι πολιτικό και έχει να κάνει με το ρόλο του τραπεζικού συστήματος και τι και ποιους εξυπηρετεί. Αυτά που αποκαλύπτονται συνεχώς ,δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά επιβεβαιώνουν τον παρασιτικό ρόλο του τραπεζικού συστήματος, το οποίο λειτούργησε εις βάρος της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας. Δεν είδαμε ποτέ σβήσιμο χρεών και διευκολύνσεις για τον απλό πολίτη. Αντίθετα είδαμε, έως και πολύ πρόσφατα , να τον ξεγελούν με δήθεν αξιόπιστα καταθετικά σχέδια. Τώρα, τον καλούν να πληρώσει τη ζημιά! Τραπεζίτες, μεγαλοεπιχειρηματίες, βουλευτές, κομματικά στελέχη, σ’ ένα πάρε δώσε διαπλοκής και εξυπηρέτησης προσωπικών συμφερόντων. Το ένα χέρι νίβει το άλλο και τα δυο το πρόσωπο. Με απίστευτη ανευθυνότητα και ιδιοτέλεια, άφηναν ένα αρρωστημένο τραπεζικό σύστημα να εκτίθεται ολοένα και σε περισσότερα ρίσκα και σε τζογαδόρικες πράξεις, να βουλιάζει στα χρέη, και όλα αυτά, για να συνεχίσουν όλοι αυτοί οι μεγαλόσχημοι να το απομυζούν.
Και αν για τη Δεξιά και τα κόμματά της, η λέξη « ευαισθησία» είναι κενή περιεχομένου, μιας και η ίδια εκφράζει ιδεολογικά την ανισότητα, την απληστία του κεφαλαίου, την υπεράσπιση των συμφερόντων της αστικής τάξης μέσα από τη λειτουργία των θεσμών, για την Αριστερά και το κόμμα της, το ΑΚΕΛ, τα πράγματα θα έπρεπε να ήταν αλλιώς. Δεν είναι όμως! Συμβαδίζοντας με τη λογική και τις πρακτικές των υπόλοιπων πολιτικών δυνάμεων, αντιμετώπισε το τραπεζικό σύστημα σαν ένα πεδίο εξυπηρέτησης συμφερόντων του κόμματος, εταιριών του, στελεχών του. Μακριά από κάθε έννοια κόμματος που νοιάζεται για τους εργαζόμενους, τη νεολαία, την κοινωνική πρόοδο, το ΑΚΕΛ, ευθύνεται ομοίως, για τη λάθος πορεία και τελικά την κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος που συμπαρέσυρε στον γκρεμό την οικονομία του τόπου, φέρνοντας τη δυστυχία.


Μάριος Θρασυβούλου



Ανακοίνωση Αριστερής Πτέρυγας για την οικονομία


Η Κύπρος περνα σήμερα την πιο σκληρη δοκιμασία-της μετα το 1974. Η πρωτόγνωρη οικονομικη κρίση ξέσπασε ξαφνικα με την εκβιαστικη επιβολη από το Eurogroup μέτρων που ισοδυναμουν με την καταστροφη της Κυπριακης οικονο¬μίας όπως την ξέρουμε, καταρράκωση του βιοτικου επιπέδου των εργαζομένων, εξαφάνιση των μεσαίων στρωμάτων και περιορισμο του πλούτου σε μια μικρη οικονομικη ελιτ, στην πλειοψηφία-της συνδεδεμένη με υπερεθνικα μονοπώλια.

Η κρίση δεν είναι μόνο οικονομικη. Οι πολιτικες δυνάμεις της Κύπρου παρουσιάζονται αδύναμες να προτείνουν λύσεις που να έχουν οποιοδήποτε διαφορετικο αποτέλεσμα και αναλώνονται στην προσπάθεια επίρριψης ευθυνων στους αντιπάλους και στη δημιουργία προπετάσματος καπνου για να αποσείσουν τις δικες-τους ευθύνες.

Στρατειες οικονομολόγων παρελαύνουν απο τις οθόνες της τηλεόρασης προσφέροντας τη μια ανόητη ανάλυση μετα την άλλη, προτείνοντας ένα σωρο μέτρα που σε τελευταία ανάλυση θα έχουν σχεδον το ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδη τη μείωση του βιοτικου επιπέδου των εργαζομένων και την εξαφάνιση των μεσαίων στρωμάτων.
Αυτές τις πολιτικες προσπαθουν να τις πουλήσουν στον Κυπριακο λαο με το επιχείρημα ότι:
1. Δεν έχουμε επιλογη γιατι μας το επιβάλλουν εκβιαστικα οι ανάλγητοι εταίροι-μας από την Ευρώπη
2. Ζούσαμε ανεύθυνα ξοδεύοντας περισσότερα από όσα κερδίζαμε και πρέπει να νοικοκυρευτούμε και να ζούμε μέσα στις δυνατότητές-μας
3. Πρέπει να εξυγειάνουμε την οικονομικη κατάσταση μειώνοντας μισθους και συντάξεις, κουτσουρεύοντας το κράτος πρόνοιας, καταργώντας τα εργατικα δικαιώματα και ιδιοτικοποιώντας τους ημικρατικους οργανισμους.
4. Με τα πιο πάνω μέτρα θα οδηγηθούμε στη μείωση του κόστους των προϊόντων-μας θα γίνουμε ανταγωνιστικοι και θα αυξήσουμε τον τουρισμο και τις εξαγωγες-μας.
Αυτή η απλοϊκη και ανόητη ανάλυση βασίζεται στη υπόθεση ότι ζούμε σε συνθήκες ενος υγιους παγκόσμιου καπιταλισμου που αναπτύσσεται απρόσκοπτα. Βασίζεται στην υπόθεση ότι η Κύπρος μπορει να αναπτύξει μια βιομηχανία ικανη να ανταγωνιστει τα πολυεθνικα μεγαθήρια της Αμερικης και της Γερμανίας. Βασίζεται στην υπόθεση ότι δεν ζούμε στην πιο πολιτικα ασταθη περιοχη της γης με τον πόλεμο και τη σύγκρουση να μαστίζουν όλες σχεδον τις γειτονικες χώρες. Βασίζεται στην υπόθεση ότι το Κυπριακο πρόβλημα δεν υπάρχει και δεν απειλει να μετατραπει από στιγμη σε στιγμη πραγματικη σύγκρουση.

Ποιες είναι οι πραγματικες αιτίες της κρίσης;
1. Με το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικης κρίσης το 2008 καμμια οικονομία της Δύσης δεν έμεινε άθικτη. Ηταν θέμα χρόνου πότε η Κυπριακη οικονομία θα κατέρρεε.
2. Ολες οι μεγάλες χώρες του καπιταλισμου αντιμετώπισαν την κρίση ουσιαστικα τυπώνοντας χρήματα για να διασώσουν τις τράπεζές-τους και να τονώσουν τις οικονομίες-τους. Αυτος ο δρόμος ήταν κλειστος για τις χώρες του Ευρωπαϊκου νότου γιατι δεν είχαν δικο-τους νόμισμα και οι πλούσιες χώρες της Ευρωζώνης δεν είχαν καμμια διάθεση να θυσιάσουν το παραμικρο για τους «εταίρους»-τους.
3. Οι Κύπριοι τραπεζίτες, όπως όλοι οι τραπεζίτες του κόσμου πριν απ’ αυτους, επεκτάθηκαν τυχοδιωκτικα και αγόραζαν ομόλογα μεγάλης απόδοσης και μεγάλου κινδύνου για να αυξήσουν τα πρόσκαιρα κέρδη και τα μπόνους-τους. Διατηρούσαν ψηλα επιτόκια ελκύοντας Ρώσους ολιγάρχες και δημιουργώντας μια παρασιτικη οικονομία που στηριζόταν στην εξυπηρέτηση ύποπτων χρηματιστηριακων και επενδυτικων δραστηριοτήτων. Στην περίπτωση της Κύπρου, αυτο που αποτέλεσε το κρίσιμο γεγονος της κατάρρευσης των τραπεζων ήταν η υπερβολικη έκθεσή-τους στα Ελληνικα ομόλογα και οι απώλειές-τους απο το «κούρεμα» του Ελληνικου χρέους.
4. Η αδυναμία της Κυβέρνησης Χριστόφια να πάρει οποιαδήποτε αποτελεσματικα μέτρα άφηνε την κατάσταση να εξελίσσεται χωρις έλεγχο. Απο τη μια η Κυβέρνηση προσπαθούσε χωρις μεγάλη επιτυχία να μειώσει τις επιπτώσεις της κρίσης στους εργαζόμενους ενώ από την άλλη η Βουλη αρνιόταν να επιβάλει οποιαδήποτε φορολογία στον πλούτο καταψηφίζοντας ακόμα και μέτρα όπως η μικρη αύξηση του εταιρικου φόρου ή η φορολογία των μεγαλοϊδιοκτητων γης.
5. Το ψαλίδισμα των απολαβων και η μείωση των κρατικων δαπανων επιδείνωσε την ύφεση και οδήγησε στο κλείσιμο επιχειρήσεων και την δραματικη αύξηση της ανεργίας δημιουργώντας ένα φαύλο κύκλο μείωσης εσόδων του κράτους και επιβολης ολοένα και σκληρότερων μέτρων λιτότητας.
6. Η «βοήθεια» απο την Τρόικα προσφερόταν με ολοένα ολοένα και πιο σκληρους όρους τους οποίους ήταν αδύνατο να δεχτει οποιαδήποτε Κυβέρνηση μέχρι που ο Αναστασιάδης βρέθηκε μπροστα στον πιο γυμνο εκβιασμο απο την εποχη του τελεσίγραφου του Τουρκικου στρατου τον Αύγουστο του 1974.
7. Η μακρόχρονη αβεβαιότητα οδήγησε σε συστηματικη αφαίμαξη κεφαλαίων απο την Κύπρο δίνοντας την ευκαιρία στους επιτήδειους να μεταφέρουν τις καταθέσεις-τους στο εξωτερικο επιδεινώνοντας ακόμα περισσότερο την κατάσταση των τραπεζων.

Η κρίση στην Κύπρο δεν είναι κύρια εσωτερικο φαινόμενο αλλα είναι απότοκο της παγκόσμιας οικονομικης κρίσης και ειδικότερα της κρίσης της Ευρωζώνης. Καμμια κυβέρνηση δεν θα μπορούσε και δεν μπορει να διαχειριστει την κρίση χωρις καταστροφικα αποτελέσματα για την οικονομία και το βιοτικο επίπεδο του λαου αν δεν προχωρήσει σε ριζικη αλλαγη της νοοτροπίας που θέλει να φορτώνει τα βάρη στα πιο αδύνατα στρώματα και να αφήνει άθικτο τον πλούτο.

Αντι να αναζητα χρηματοδότηση της οικονομίας μέσα από περικοπη μισθων και συντάξεων, αντι να προσπαθει να μειώσει τις κρατικες δαπάνες μέσα από αποδόμηση του κράτους πρόνοιας, αντι να αφαιρει κάθε εργατικο δικαίωμα που κερδήθηκε με αγώνες για να στηρίξει την κερδοσκοπία των λίγων πρέπει να στραφει στη φορολόγηση του πλούτου για να χρηματοδοτήσει μια αναπτυξιακη οικονομικη πολιτικη. Πρέπει να προχωρήσει σε μέτρα όπως:
1. Κατάσχεση των μπόνους των στελεχών των τραπεζών τα τελευταία πέντε χρόνια και παραπομπή σε δίκη όσων ευθύνονται για τις καταστροφικές επενδύσεις των τραπεζών
2. Αμεση κρατικοποίηση του χρηματοπιστωτικου τομέα και μετατροπη-του σε δημόσιο αγαθο στην υπηρεσία της οικονομικης ανάπτυξης και της κοινωνικης ευημερίας
3. Δέσμευση όλου του πλούτου που δεν χρησιμοποιείται παραγωγικά και μετατροπή-του σε μακρόχρονα κρατικα ομόλογα
4. Φορολόγηση των μεγαλοϊδιοκτητών γης περιλαμβανομένης και της Εκκλησίας, φορολόγηση των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών και αύξηση του εταιρικού φόρου
5. Μείωση των στρατιωτικών δαπανών και άμεση λήψη πρωτοβουλιων για τη λύση του Κυπριακου, κάτι που θα δημιουργήσει συνθήκες σταθερότητας και θα δώσει νέα ώθηση στην οικονομία
6. Διαπραγμάτευση επιμήκυνσης των οφειλων της Κυπριακης Δημοκρατίας και, αν παραστει ανάγκη, μονομερης αναστολη πληρωμων μέχρι που αυτο να είναι εφικτο
7. Διοργάνωση αποστολων στην Ευρώπη και αλλου για εξήγηση της πολιτικης της Κυβέρνησης και αναζήτηση συμμάχων για αλλαγη της Ευρωπαϊκης πολιτικης και εξασφάλιση της υποστήριξης και της αλληλεγγύης-τους

Τέτοια μέτρα μπορουν απο τη μια να περισώσουν την Κυπριακη οικονομία από την άμεση κατάρρευση και απο την άλλη να πείσουν τον Κυπριακο λαο πως η Κυβέρνηση τον αντιμετωπίζει με ένα μίνιμουμ δικαιοσύνης και κοινωνικης ευαισθησίας. Μπορουν παράλληλα να βάλουν τις βάσεις για την ανάπτυξη και την έξοδο από την κρίση.

ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΠΤΕΡΥΓΑ
1.4.2013