27 Φεβ 2014

Η λύση που επιζητούμε



και η ώρα για υλοποίηση από την Ε/Κ πλευρά Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης 


Μετά από μακρά περίοδο στασιμοτήτας και την πολιτική κωλυσιεργίας του Νίκου Αναστασιάδη στο Κυπριακό, που άφησε κενό χώρο για παρέμβαση των Αμερικάνων, εκδόθηκε επιτέλους το Κοινό Ανακοινωθέν και άρχισε μια ακόμα διαδικασία δικοινοτικών συνομιλιών για το Κυπριακό. Παρόλο που το Κοινό Ανακοινωθέν σαφώς υπολείπεται από τα κοινά ανακοινωθέντα και τις συγκλίσεις των Χριστόφια - Ταλάτ, η ουσία είναι ότι η επιδιωκόμενη λύση δεν είναι η διχοτόμηση ή η συνομοσπονδία δύο κρατών, αλλά η διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία, με πολιτική ισότητα των δύο κοινοτήτων ή των δύο συνιστωσών πολιτειών της ενωμένης Κύπρου, όπως περιγράφεται στα ψηφίσματα του ΟΗΕ. Γι’ αυτό το λόγο και στηρίχτηκε από όλη την Αριστερά. 

Η ΕΡΑΣ, όχι μόνο υποστηρίζει τις συνομιλίες μέσα στο πλαίσιο αυτό, αλλά και εργάζεται με υπομονή και επιμονή για την καλλιέργεια ομοσπονδιακής συνείδησης. Για την ΕΡΑΣ η λύση του Κυπριακού θα διευκολύνει την ενότητα του εργατικού κινήματος των κοινοτήτων, ώστε να παλέψει με καλύτερους όρους και πιο αποτελεσματικά για την οικοδόμηση ενός κράτους ειρηνικής και δημοκρατικής συμβίωσης και για την υπεράσπιση και διεύρυνση του κοινωνικού και δημοκρατικού κεκτημένου. Σημαίνει τη συγκρότηση ενός μετώπου αντιιμπεριαλιστικού, το οποίο, σε συνεργασία με το ανερχόμενο κίνημα της Ευρώπης, θα αντιπαραταχθεί στις νεοφιλελεύθερες αυταρχικές πολιτικές, στα μνημόνια και τις πολιτικές λιτότητας.

Μια βασική προϋπόθεση για την επίτευξη λύσης μέσα από τις συνομιλίες είναι ο τερματισμός της καχυποψίας μεταξύ των δύο κοινοτήτων και οι συνακόλουθες φοβικές επιχειρηματολογίες. Επειδή πολλά έχουν λεχθεί, ή και επιδιωχθεί, κατά καιρούς για Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ) χωρίς ουσιαστική πρόοδο, η ΕΡΑΣ πιστεύει ότι ήρθε η ώρα να κάνει την υπέρβαση η δική μας πλευρά και να προβεί, έστω και μονομερώς, όχι απλά στην εξαγγελία αλλά στην υλοποίηση ΜΟΕ.

Ενδεικτικά, τέτοια μέτρα θα ήταν η μείωση της θητείας στην Εθνική Φρουρά και ο τερματισμός της όποιας πρόθεσης, ακόμα και πιθανότητας, για αγορά εξοπλισμών και πόσο μάλλον των περίφημων πυραυλακάτων, που θα προστατεύουν (δήθεν) την ΑΟΖ. Τέτοιο επίσης μέτρο, και ουσιαστικό από κάθε άποψη, θα ήταν να επιτραπεί ξανά η πρόσβαση των Τ/Κ στα δημόσια νοσοκομεία, την οποία κατάργησε η παρούσα κυβέρνηση τον περασμένο Αύγουστο. 





 

Αλληλεγγύη στον Μουρατ Κανατλί



Πολλές αντιδράσεις προκάλεσε ανάμεσα στους Τουρκοκύπριους η απόφαση του στρατιωτικού δικαστηρίου να καταδικάσει σε 10 μέρες φυλάκιση τον Μουράτ Κανατλί, οργανωτικό γραμματέα του τουρκοκυπριακού κόμματος ΥΚΡ (Κόμμα Νέα Κύπρος)  λόγω της άρνησής του να συμμετάσχει σε στρατιωτική άσκηση ως έφεδρος. Ο Μουράτ είναι αρνητής στράτευσης για πολιτικούς λόγους. Είναι υποστηριχτής της ειρήνης, της συμφιλίωσης και της συνεργασίας των δύο κοινοτήτων και ζητά την πλήρη αποστρατικοποίηση της Λευκωσίας.
Οι συναγωνιστές του Μουράτ από το ΥΚΡ αλλά και από άλλα τουρκοκυπριακά κόμματα και συντεχνίες εξέφρασαν την αλληλεγγύη τους προς τον Μουράτ καταδικάζοντας την επίθεση ως καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά και ως μια γενικότερη επίθεση απέναντι στην τουρκοκυπριακή αριστερά και γενικότερα απέναντι σε οποιονδήποτε αγωνίζεται για την ειρήνη και τη συμφιλίωση στην Κύπρο. Ο Μουράτ, εκτός από αγωνιστής της επαναπροσέγγισης ηγείται και της εκστρατείας για  αποστρατικοποίηση της Κύπρου μαζί με το κόμμα του και άλλες τουρκοκυπριακές και ελληνοκυπριακές οργανώσεις.
Η καταδίκη του Μουράτ προκάλεσε αντιδράσεις και στο νότο με τα ελληνοκυπριακά ΜΜΕ να προβάλλουν πρωτοσέλιδα το «νέο παράδειγμα καταπάτησης ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τον Αττίλα». Αντιδράσεις είχαμε και από ελληνοκύπριους πολιτικούς και κόμματα όπως η ΕΔΕΚ και οι Οικολόγοι αλλά και το ΑΚΕΛ οι ευρωβουλευτές του οποίου κάλσεαν την «ΕΕ να καταδικάσει το εν λόγω περιστατικό που αποτελεί καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ενός ανθρώπου που αρνήθηκε να υπηρετήσει τον τουρκικό στρατό κατοχής στην Κύπρο». Την ίδια ώρα ξεχνούν πως η Κυπριακή Δημοκρατία τιμωρεί τους αρνητές στράτευσης αλλά και τα μέλη άλλων θρησκευτικών κοινοτήτων, με το να τους υποχρεώνει σε «εναλλακτική» κοινωνική θητεία 36 μηνών, ενώ εξαπολύουν  λάβρους ενάντια στους νέους που «φυγοστρατούν» και δεν θέλουν να καταταγούν στην Εθνική Φρουρά.
 Ο Μουράτ δικαιούται και πρέπει να έχει την ειλικρινή και έμπρακτη στήριξη κάθε αγωνιστή της ειρήνης και της επαναπροσέγγισης στην Κύπρο, είτε είναι ελληνοκύπριος είτε τουρκοκύπριος. Για μας τους ελληνοκύπριους αν πραγματικά θέλουμε να στηρίξουμε τον Μουράτ, πέραν από το να καταδικάσουμε το περιστατικό ως μια καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, θα  πρέπει να απαιτήσουμε τον τερματισμό της επίθεσης που δέχονται οι νέοι που δεν θέλουν να καταταγούν στην Εθνική Φρουρά είτε για λόγους θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων, είτε γιατί δεν αντέχουν αυτό το αλεστήρι της συνείδησης και της προσωπικότητας τους που λέγεται  στρατιωτική θητεία
Αν θέλουμε πραγματικά να ενισχύσουμε τον αγώνα του Μουράτ και των άλλων τουρκοκυπρίων που παλεύουν για ειρήνη, συμφιλίωση και συνεργασία των δύο κοινοτήτων στη Κύπρο, θα πρέπει να απαιτήσουμε την κατάργηση της στρατιωτικής θητείας που στερεί δυο από τα πιο παραγωγικά χρόνια στη ζωή των νέων για να τους εμπεδώσει το μίσος με συνθήματα όπως «καλός Τούρκος ο νεκρός Τούρκος» όπως έχει καταγγελθεί πολλές φορές από στρατευμένους. Θα πρέπει επίσης να απαιτήσουμε τον άμεσο τερματισμό όλων των εξοπλιστικών προγραμμάτων και την πλήρη αποστρατικοποίηση της Κύπρου. Δεν μπορούμε να εκφράζουμε την αλληλεγγύη μας στον Μουράτ και την ίδια στιγμή να χαιρετίζουμε και να επικροτούμε την αγορά των δυο πολεμικών φρεγάδων που θέλει να αγοράσει η κυβέρνηση ή να εξαπολύουμε κυνήγι μαγισσών για τους «φυγόστρατους» της δικής μας πλευράς.
Κυριάκος Κοιλιάρης

Το κραχ του 1929 και το σήμερα – μέρος Η



Ξεκίνησε η έκδοση τίτλων( ας πούμε μετοχών) που αντί τις αξίες επιχειρήσεων αντιπροσώπευαν τις αξίες σπιτιών αλλά και, σταδιακά, ολοένα λιγότερο πραγματικών, καθορισμένων αξιών. Πουλώντας αυτούς τους τίτλους σε όλο τον κόσμο( κάτι που με την δεκαετία του 2000 είχε γίνει κυρίαρχο στοιχείο στην λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας) το αμερικανικό τραπεζικό σύστημα μπορούσε να μαζεύει χρήμα, για να δραστηριοποιεί την οικοδομική βιομηχανία αλλά και ολόκληρη την οικονομία. Όσο πιο φουσκωμένες οι αξίες, τόσο πιο πολύ χρήμα, τόσο πιο πολύ στηριζόταν η αμερικάνικη οικονομία, τόσο πιο μεγάλες οι αγορές κινέζικων και άλλων προϊόντων. 
Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, η παγκόσμια οικονομία ήταν ξανά σε πορεία ανόδου. Οι άλυτες αντιφάσεις για τις οποίες ο Μαρξ μίλησε, φάνηκαν να μην ήταν τελικά και τόσο άλυτες.

Χωρίς ιστορικό προηγούμενο ο ρόλος του τραπεζικού τομέα
Το χρηματιστικό κεφάλαιο και οι χρηματοπιστωτικοί Οργανι­σμοί (Τράπεζες, Εμπορικές Τράπεζες κλπ), απέ­κτησαν ένα χωρίς προηγούμενο παγκόσμιο ρόλο- και μέσα από εξαγορές και συγχωνεύσεις, οι μεγαλύτερες από αυτές, ένα απίστευτα τεράστιο μέγεθος.
Ο έλεγχος της παγκόσμιας κίνησης κεφα­λαίων βρέθηκε
«…συγκεντρωμένος στα χέρια των δέκα μεγαλυτέρων ευρω­­αμερικανικών οργανισμών.»( Edward LiPuma and Benjamine Lee, 'Financial Derivatives and the Globalization of Risk',πρώτη έκδοση 2004, σελ45)
Μέσα από την έκδοση των τίτλων- αλλά και πολλών άλλων δραστηριοτήτων στις οποίες θα αναφερθούμε σε επομένη έκδοση- που πουλιόνταν σε όλο τον κόσμο, εξασφαλιζόταν η αναγκαία ρευστότητα, για να μπορεί ο κόσμος να δανείζεται. Η μειωμένη αγοραστική δύναμη που προκλήθηκε μετά την επίθεση στους μισθούς και τα ωφελήματα των εργαζομένων στα τέλη της δεκαετίας του 1970 αρχές 1980 – σε μια προσπάθεια αποκατάστασης της κερδοφορίας των εταιρειών – αποκα­τα­στάθηκε με δανεισμό.
 «Αποικιο­ποιώντας το μέλλον» (colonizing the future)- για να χρησιμοποιήσουμε για ακόμα μια φορά την μοναδική διατύπωση του ακαδημαϊκού Φώτη Λυσάνδρου- μετάθεταν στις μελλοντικές γενιές την ευθύνη πληρωμής της σημερινής κατανάλω­σης.
Όλα έδειχναν πως δεν υπάρχει πιο τέλειο οικονομικό σύστημα από τον καπιταλισμό.

Η Χρηματιστικοποίηση της Παγκόσμιας Οικονομίας

Ο χρηματοπιστωτικός τομέας έδωσε ώθηση στην παγκόσμια οικονομία. Πόσο τώρα πραγματικές ήταν οι μέθοδοι και πόσο μπορούσαν να κρατήσουν, ήταν ένα άλλο, εντελώς διαφορετικό ερώτημα.
Ο Λάρρυ ΜακΝτόναλντ, ένας από τους Αντιπροέδρους της Lehman Brothers – του χρηματοπιστωτικού γίγαντα που κατάρ­ρευσε το 2008– χαρακτήρισε την οικιστική βιομηχανία των ΗΠΑ σαν τις νέες μηχανές ATM του αμερικάνικου πληθυσμού και ανάφερε  με απόγνωση:
“…χρήμα που δεν ήταν χρήμα, τιμές σπιτιών που δεν ήταν πραγ­μα­τι­κές τιμές, υποθήκες που δεν βασί­ζονταν σε οποιοδήποτε ορισμό της πραγματικό­τητας.” (Colossal Failure of Common Sense”, Larry McDonald, πρώτη έκδοση το 2009, σελ133)
Τον καθορισμό της αξίας όλων αυτών των τίτλων, ο πλατιά γνωστός ακαδημαϊκός Γιάννης Βαρουφάκης θα τον χαρακτηρίσει ως
«Η απάτη: πώς μπορούσε να ξέρει ένας επενδυτής τι αξία είχαν αυτά τα χαρτιά… Οπότε βασίζονταν στις επίσημες αξιολογήσεις των γνωστών και μη εξαιρετέων οίκων (Moodys, Standard & Poors, Fıtch), που με το αζημίωτο βαθμολογούσαν αυτά τα χαρτιά με άριστα (πιο συγκεκριμένα με ΑΑΑ)» ( Ο Παγκόσμιος Μινώταυρος, Γιάννης Βαρουφάκης, πρώτη αγγλική έκδοση το 2011.  Αυτή είναι η ελληνική έκδοση του 2012, σελ.261)
Με απάτη.. χρήμα που δεν ήταν χρήμα, τιμές σπιτιών που δεν ήταν πραγ­μα­τι­κές τιμές, υποθήκες που δεν βασί­ζονταν σε οποιοδήποτε ορισμό της πραγματικό­τητας, δημιουργόταν οικονομική δραστη­ριότητα. 
“Ο τομέας FIRE (όπως ονομάστηκαν από τα αρχικά τους, Finance, Insurance, Real Estate, οι Χρηματο­πιστωτικοί Οργανισμοί, οι Ασφαλιστικές και οι Εταιρείες Ακινήτων) συνεισφέρει τώρα περισσότερο στο αμερικανικό ΑΕΠ από ότι η βιομηχανία, και οι συναλλαγματικές λειτουργίες του είναι ουσιώδες κομμάτι του τομέα και συνεπώς του ΑΕΠ.” (John Eatwell and Lurence Taylor, “Global Finance at Risk”, πρώτη έκδοση 2002, σελ 49)
Όσο όμως τεράστιοι και να ήταν οι οργανισμοί που χειρίζονταν την παγκόσμια διακίνηση κεφαλαίων, όσο λαμπρά μυαλά και να είχαν την ευθύνη του στρατηγικού προγραμματισμού, δεν μπορούσαν να μετατρέψουν σε κάτι άλλο,
«…ένα σύστημα πάρα πολύ ασταθές για να επιβιώσει στο διηνεκές…» (Ο Παγκόσμιος Μινώταυρος, Γιάννης Βαρουφάκης, σελ. 63)
Ο ιστορικός του ρόλος ήταν συγκεκριμένος αλλά και χρονικά καθορισμένος:
«…συνέβαλε στη διατήρηση για δεκα­ετίες μιας παγκόσμιας ηρεμίας (ασταθούς, είναι η αλήθεια) η οποία βασιζόταν στη συνεχή εθελοντική ροή κεφαλαίων που μπορεί να ερμηνεύσει κανείς ως ‘δώρα υποτέλειας’ (αντί για φόρους) από την παγκόσμια περιφέρεια προς την αμερικάνικη μητρόπολη, τα οποία ‘δώρα’ η μητρόπολη, με τη σειρά της, τα χρησιμο­ποιούσε (καταναλώνο­ντάς τα) για να κρατά την περιφέρεια ακμαία.» ( Το ίδιο, σελ.  63.)

Σωτήρης Βλάχος

25 Φεβ 2014

ΑΠΕΡΓΙΑ ΑΗΚ - ΑΣΥΓΚΡΑΤΗΤΗ ΟΡΓΗ



Μέρες του κουρέματος το Μάρτη του 13 θύμιζε η 24ωρη απεργία των εργαζομένων στην ΑΗΚ έξω από τη Βουλή.  Ξεχείλισε η οργή και ο θυμός τους  ιδιαίτερα μετά την χειρονομία του υπουργού οικονομικών να τους κουνά το δάχτυλο σαν να είναι «άτακτα παιδία». Φαίνεται ότι κληρονόμησε «το κούνημα του δακτύλου» από τον πολιτικό του μέντορα τον Αναστασιάδη.

Τέτοιες σκηνές  είναι πρωτόγνωρες για το εργατικό κίνημα στην Κύπρο. Οι εργαζόμενοι έσπασαν τον αστυνομικό κλοιό στα φώτα τροχαίας και έφτασαν στο κτήριο της Βουλής. Οι φωνές «πουλημένοι», «κάτω τα χέρια από τη ΑΗΚ» κυριαρχούσαν. Πικέτα έγραφε «Μολών λαβε». Με την άφιξη του υπουργού Οικονομικών άρχισαν τα γιουχαΐσματα και μετά την πρόκληση του υπουργού οι εργαζόμενοι εξοργίστηκαν και ήθελαν να μπουν μέσα στη Βουλή.

Περικύκλωσαν το κτήριο και χτυπούσαν τα τζάμια εκεί που συνεδρίαζε η επιτροπή οικονομικών αναγκάζοντας τους να ανέβουν για τη συνέχεια της συνεδρίας στο πάνω όροφο όπου δεν υπήρχε πρόσβαση από την αυλή του κτηρίου. Την ίδια ώρα έκοψαν την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και απενεργοποίησαν την γεννήτρια της Βουλής για 45 λεπτά και έτσι διακόπηκε η συνεδρία μέχρι που  επανήλθε το ρεύμα. Ο δε υπουργός έχασε το ραντεβού που είχε με τον πρέσβη της Νορβηγίας  για την υπογραφή συμφωνίας για κατάργηση της διπλής φορολογίας.


 Αν και τα κανάλια κατηγορούν τους εργαζόμενους για «τραμπουκισμούς» και «χούλιγκαν» οι πραγματικοί τραμπούκοι ήταν οι «μπάτσοι» που χτυπούσαν αδιάκριτα και έκαναν χρήση δακρυγόνου σπρέι, τραυματίζοντας στο κεφάλι  τρεις εργαζόμενους που μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο. 

 Τους εργαζόμενους εξόργισε η προκλητική κοροϊδία της κυβέρνησης και του υπουργού Οικονομικών πώς θα γίνει διάλογος ενώ έφτασαν στο παρά πέντε, να ψηφίζεται στην Βουλή την ερχόμενη Πέμπτη, χωρίς κανένα διάλογο. Την ίδια ώρα η κυβέρνηση ζήτησε γνωμάτευση για κατάργηση της νομιμότητας των δημοσίων και ημικρατικών υπαλλήλων, εξασφαλίζοντας το ναι στην κατάργηση της από τον Γενικό Εισαγγελέα, αν και υπάρχουν άλλες 15 γνωματεύσεις νομικών και συνταγματολόγων που λένε πως δεν είναι συνταγματική μια τέτοια κατάργηση. Γι αυτό και ο εισαγγελέας δεν τόλμησε να προσεγγίσει καν την Βουλή όταν διαπίστωσε πως ήταν αποκλεισμένη από τους εργαζόμενους. 

Όλο το προηγούμενο χρόνο η ΟΕΒ και το ΚΕΒΕ καθύβριζαν τους εργαζόμενους σαν άχρηστους και χαραμοφάηδες.  Ακόμα και ο Αρχιεπίσκοπος τα  ίδια έλεγε γι αυτό  άκουσαν  τα εξ αμάξης για τις δηλώσεις τους.  Οι αντιδράσεις των εργαζομένων ήταν απάντηση απέναντι στους εξευτελισμούς. Ο εξευτελισμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας έχει και όριο.
Είναι πολύ σημαντικό ότι κατά τη διάρκεια της κινητοποίησης έξω από τη Βουλή 10 περίπου τουρκοκύπριοι συνδικαλιστές από τα τουρκοκυπριακά συνδικάτα της αντίστοιχης αρχής ηλεκτρισμού πήγαν στην βουλή και έδωσαν ψήφισμα αλληλεγγύης στους ελληνοκύπριους συναδέλφους τους σαν ανταπόδοση της συμπαράστασης που εκφράσανε τα  ελληνοκυπριακά συνδικάτα της ΑΗΚ σε παρόμοιο δικό τους αγώνα  το 2012.

Την Πέμπτη όλοι έξω από τη Βουλή
Την ίδια ώρα οι εργαζόμενοι στην CYTA κήρυξαν  αυθόρμητη μονόωρη στάση εργασίας για την απόφαση της Γενικής Εισαγγελίας και μέχρι το απόγευμα εξάγγειλαν 3ήμερη απεργία μέχρι τη Πέμπτη που θα γίνει η συζήτηση στην ολομέλεια και συγκέντρωση έξω από τη Βουλή. Την ίδια ώρα έχουν καλέσει και οι συντεχνίες της ΑΗΚ και της Αρχής Λιμένων αλλά και οι 20 φορείς που κάλεσαν την μεγάλη εκδήλωση με την περικύκλωση του Υπουργείου Οικονομικών στις 8 του Φλεβάρη.
Οι εργαζόμενοι στη CYTA αποφάσισαν επίσης πορεία την Τετάρτη στο προεδρικό ενώ την Τρίτη μαζεύτηκαν στα κεντρικά γραφεία σε κάθε επαρχεία. Στη Λευκωσία ζητούσαν επίμονα να πάνε έξω από τη Βουλή την ώρα που μέσα στην επιτροπή θα ήταν οι ηγεσίες των συντεχνιών τους για να δηλώσουν την αντίθεση τους στις ιδιωτικοποιήσεις. Όμως οι ηγεσίες των συντεχνιών αποφάσισαν πως δεν θα τους αφήσουν να πάνε έξω από τη Βουλή γιατί υπάρχει ο κίνδυνος κάποιοι να παρεκτραπούν.  Οι εργαζόμενοι αντέδρασαν φωνάζοντας πως  από το Μάρτη η πολιτική του καλού παιδιού, η συναίνεση και η καλή διάθεση,  άνοιξε την όρεξη της κυβέρνησης και πως οι όποιες τροποποιήσεις έγιναν στο νομοσχέδιο ήταν αποτέλεσμα των αντιδράσεων των εργαζομένων στην ΑΗΚ και φώναζαν θα «γίνουμε της ΑΗΚ».
Είναι φανερό πως δεν υπάρχει ομοφωνία μεταξύ της ηγεσίας των συντεχνιών και πώς οι ηγεσίες βρίσκονται σε διάσταση με τη βάση. Έστω στο παρά πέντε πρέπει οι εργαζόμενοι να κτίσουν πρωτοβουλίες και επιτροπές ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις.
Δεν είναι οι εργαζόμενοι και οι αγώνες τους που καταργούν την δημοκρατία όπως είπε ο Υπουργός Οικονομικών για τα γεγονότα στην Βουλή αλλά η ίδια η κυβέρνηση που θέλει να κυβερνά με διατάγματα, που θέλει να κατεβάσει νομοσχέδιο να μπορεί να χρησιμοποιεί το στρατό για την καταστολή των κινητοποιήσεων των εργαζομένων. Αυτά ίσχυαν μόνο επί Χούντας, αυτοί καταργούν την δημοκρατία. 

Νίκος Αγιομαμίτης

24 Φεβ 2014

Το Κοινό Ανακοινωθέν και η προϊστορία του. Επιτέλους, επανέναρξη των συνομιλιών!

του Σταύρου Τομπάζου



Λευκωσία, 13.2.2014. Προτού προλάβει να δει καλά-καλά το φως της δημοσιότητας το Κοινό Ανακοινωθέν Αναστασιάδη-Έρογλου, τα απορριπτικά κόμματα στην Κύπρο, από  τη σοσιαλιστική ΕΔΕΚ μέχρι και το κυπριακό παράρτημα της Χρυσής Αυγής (ΕΛΑΜ) έσπευσαν να το κατακεραυνώσουν.
Αυτή η άμεση αρνητική αντίδραση που δημιούργησε κρίση στη δεξιά συμμαχία ΔΗΣΥ και ΔΗΚΟ, με ορατό πλέον το ενδεχόμενο αποχώρησης των υπουργών του ΔΗΚΟ από το κυβερνητικό σχήμα, αποδεικνύει ένα και μοναδικό πράγμα: ένα καθόλου ευκαταφρόνητο (ευτυχώς όμως μειοψηφικό) ποσοστό των Ελληνοκυπρίων προτιμά τη διχοτόμηση, διαμέσου της διατήρησης του υφιστάμενου στάτους κβο και της σταδιακής νομιμοποίησής του, από οποιαδήποτε επίλυση του προβλήματος στη βάση της ομοσπονδιακής επανένωσης της Κύπρου.
Αυτή η διαπίστωση προκύπτει αβίαστα από μια απλή ανάγνωση του Κοινού Ανακοινωθέντος, το οποίο καθορίζει το πλαίσιο λύσης του προβλήματος. Το Κοινό Ανακοινωθέν δεν αποκλίνει αρνητικά ούτε κατ’ ελάχιστον από τα ήδη συμφωνηθέντα σε προγενέστερους κύκλους συνομιλιών ή τα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Πιο συγκεκριμένα, καθορίζει τη φύση της ομοσπονδίας ως διζωνικής, δικοινοτικής με πολιτική ισότητα των δύο κοινοτήτων, όπως ακριβώς προβλέπεται από τα Ψηφίσματα 716 και 750 του Συμβουλίου Ασφαλείας του 1991 και 1992 αντίστοιχα. Το πρώτο καθορίζει την έννοια της «πολιτικής ισότητας» και το δεύτερο την έννοια της «διζωνικότητας». «Πολιτική ισότητα» δεν σημαίνει ίση αριθμητική εκπροσώπηση Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων στα όργανα του ομόσπονδου κράτους, αλλά αποτελεσματική εκπροσώπηση και των δύο πλευρών σ’ αυτά, έτσι που να αποκλείεται η επικυριαρχία της μιας πλευράς πάνω στην άλλη.
Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Τάσσος Παπαδόπουλος, μετά την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν, στη συμφωνία της 8ης Ιουλίου 2006 με τον Μεχμέτ Αλί Ταλάτ, δεσμεύτηκε «για την επανένωση της Κύπρου με βάση μια διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία και πολιτική ισότητα, όπως [αυτές οι έννοιες] καθορίζονται στα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας». Συνεπώς, ο τότε αδιαμφισβήτητος ηγέτης του ΔΗΚΟ και πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας δέχθηκε να αρχίσει μια νέα διαδικασία επίλυσης του προβλήματος στη βάση μιας συμφωνίας που σε τίποτα δεν διαφέρει, ως προς τη φύση της επιδιωκόμενης ομοσπονδίας, από το Κοινό Ανακοινωθέν Αναστασιάδη-Έρογλου. Ο σημερινός πρόεδρος του ΔΗΚΟ, Νικόλας Παπαδόπουλος, μεθοδεύει την έξοδο των υπουργών του κόμματός του από την κυβέρνηση λόγω του περιεχομένου του Κοινού Ανακοινωθέντος.
Ωστόσο, το Κοινό Ανακοινωθέν όχι μόνο δεν υστερεί σχετικά με τη συμφωνία Τ. Παπαδόπουλου-Μ.Α. Ταλάτ της 8ης Ιουλίου, αλλά εμπεριέχει και δεσμεύσεις της τουρκοκυπριακής πλευράς που καταγράφονται ως διπλωματικές επιτυχίες του Δημήτρη Χριστόφια. Στην κοινή δήλωση Χριστόφια-Ταλάτ της 23ης Μαΐου 2008, πέρα από την επανάληψη του λεκτικού της συμφωνίας της 8ης Ιουλίου σχετικά με τη φύση του ομόσπονδου κράτους, εξασφαλίζεται και η δέσμευση της τουρκοκυπριακής πλευράς για «μία και μόνη διεθνή προσωπικότητα» της ομοσπονδιακής, ενωμένης Κύπρου.
Επειδή το θέμα της «μίας και μόνης κυριαρχίας και ιθαγένειας» δεν συμπεριλήφθηκε στην κοινή δήλωση της 23ής Μαΐου 2008, ο Δ. Χριστόφιας πέτυχε να το εντάξει στη συμφωνία του με τον Ταλάτ της 1ης Ιουλίου του 2008.
Το Κοινό Ανακοινωθέν Αναστασιάδη-Έρογλου αποτελεί ουσιαστικά μια σύνοψη όχι μόνο της συμφωνίας της 8ης Ιουλίου 2006, αλλά και των συμφωνιών της 23ης Μαΐου 2008 και 1ης Ιουλίου 2008, διότι συμπεριλαμβάνει τα θέματα της μιας και μόνης διεθνούς προσωπικότητας, κυριαρχίας και ιθαγένειας, ενώ απαγορεύει ρητά κάθε απόσχιση από το επιδιωκόμενο ομόσπονδο κράτος.
Επιπλέον, στο Κοινό Ανακοινωθέν γίνεται λόγος για «σεβασμό στις δημοκρατικές αρχές, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις βασικές ελευθερίες» (κυκλοφορίας, εγκατάστασης και ιδιοκτησίας).
Το Κοινό Ανακοινωθέν κινείται, συνεπώς, στο πλαίσιο των ψηφισμάτων του ΟΗΕ, που ερμηνεύονται με συγκλίνοντα τρόπο και από τις δύο πλευρές, ελληνοκυπριακή και τουρκοκυπριακή, πράγμα βέβαια που δεν εμποδίζει ούτε τον Αναστασιάδη ούτε τον Έρογλου να παρουσιάζουν ο καθένας με τον τρόπο  που θέλει το Κοινό Ανακοινωθέν στο δικό τους κοινό.
Η ουσία είναι ότι η επιδιωκόμενη λύση δεν είναι η διχοτόμηση ή η συνομοσπονδία δύο κρατών, αλλά η διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα των δύο κοινοτήτων ή των δύο συνιστωσών πολιτειών της ενωμένης Κύπρου.
Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο κανένας στον χώρο της Αριστεράς στην Κύπρο, κυριολεκτικά κανένας, δεν επιχειρηματολόγησε κατά της επανέναρξης των συνομιλιών στη βάση του Κοινού Ανακοινωθέντος. Η διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα είναι ο δεδηλωμένος επιδιωκόμενος στόχος τόσο του ΑΚΕΛ όσο και της Ριζοσπαστικής Αριστεράς. Στον χώρο της τελευταίας, η εν λόγω ομοσπονδία δεν θεωρείται καν «οδυνηρός συμβιβασμός», αλλά ένα πολίτευμα που μπορεί να αποτελέσει ένα καθοριστικής σημασίας βήμα στην υπέρβαση μιας εθνοτικής διένεξης ανάμεσα σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους που ταλανίζει την Κύπρο εδώ και δεκαετίες και προηγείται χρονικά ακόμη και της ίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960.
Το Κυπριακό δεν είναι μόνο πρόβλημα εισβολής και κατοχής. Είναι ταυτόχρονα και ένα πρόβλημα εθνοτικής διένεξης που προηγείται της τουρκικής εισβολής του 1974, όπως καταδεικνύουν τα γεγονότα του 1958, 1963/1964, 1967 και 1974, ενώ η τουρκική εισβολή προσέθεσε μια νέα βαρύνουσα παράμετρο στο κυπριακό πρόβλημα.
Κάποιοι Έλληνες Αριστεροί ενοχλούνται από τη δραστήρια αμερικανική εμπλοκή στη διαδικασία για την έναρξη ενός νέου κύκλου συνομιλιών επίλυσης του Κυπριακού, η οποία εξυπηρετεί τα «ιμπεριαλιστικά τους συμφέροντα». Είναι όμως δυνατό να πιστεύει κανείς ότι το Κυπριακό θα λυθεί εκτός του πλαισίου του ΟΗΕ, στον οποίο οι ΗΠΑ παίζουν καθοριστικό ρόλο, ή χωρίς την εμπλοκή του λεγόμενου «διεθνούς παράγοντα»; Ποια είναι η κυριότερη συνιστώσα αυτού του διεθνούς παράγοντα; Μήπως το Αφγανιστάν;
Τι επιδιώκουν αλήθεια οι ΗΠΑ διαμέσου της επίλυσης του Κυπριακού; Η βασική τους επιδίωξη είναι απλή: να αποτρέψουν να μετατραπούν οι υδρογονάνθρακες στην Ανατολική Μεσόγειο, από απλή ενεργειακή πηγή σε αποσταθεροποιητικό μήλον της έριδας, σε μια περιοχή που ταλανίζεται ήδη από τις συγκρούσεις στη Συρία, την αστάθεια στην Αίγυπτο και το διαιωνιζόμενο παλαιστινιακό πρόβλημα. Ελάχιστα ενδιαφέρονται εάν η επίλυση του Κυπριακού θα είναι «δίκαιη» ή «άδικη» για την μια ή την άλλη κοινότητα, ενδιαφέρονται όμως να είναι κοινά αποδεκτή, διότι μόνο έτσι θα συμβάλει στη σταθεροποίηση της ευρύτερης περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου. Και σε ποιο σημείο, άραγε, η απομάκρυνση του ενδεχομένου «θερμών επεισοδίων» και της αποσταθεροποίησης της περιοχής είναι αντίθετη με τα συμφέροντα των Κύπριων, Ελλήνων, Τούρκων, Ισραηλινών ή Αράβων εργαζομένων;
Ο «αντιιμπεριαλιστικός» λόγος αποτελεί σε κάποιες περιπτώσεις μεταμφίεση του εθνικιστικού λόγου, δηλαδή υιοθέτηση μιας δεξιάς, εθνικιστικής αντίληψης εις βάρος μιας αριστερής, ταξικής, διεθνιστικής αντίληψης του κόσμου.
Τα εθνικά προβλήματα όπως το Κυπριακό, δεν λύνονται πραγματικά εκ των άνω με μια υπογραφή και συμφωνία βασισμένες στους εθνικούς συσχετισμούς δυνάμεων. Η δουλειά της ελληνοκυπριακής και τουρκοκυπριακής Αριστεράς δεν είναι να αντιταχθούν στην έναρξη των συνομιλιών, συμπλέοντας με τις πιο εθνικιστικές δυνάμεις των δύο πλευρών, αλλά αντίθετα η δημιουργία μιας νέας ομοσπονδιακής συνείδησης από τα κάτω, που θα σφυρηλατηθεί με τους κοινούς αγώνες των εργαζομένων, ανεξαρτήτως εθνικής συνείδησης για την υπεράσπιση και διεύρυνση του κοινωνικού και δημοκρατικού κεκτημένου. Το τελευταίο δεν απειλείται από τη διζωνική, διακοινοτική ομοσπονδία, απειλείται όμως από τις πολιτικές λιτότητας και τα μνημόνια της εργοδοσίας και της τρόικας.

Ο Σταύρος Τομπάζος διδάσκει στο Τμήμα Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κύπρου.