8 Μαΐ 2012

Τα σκάνδαλα και τα κυκλώματα των τραπεζιτών σε δημόσια θέα – ο Ορφανίδης, ο Αβέρωφ και οι αποκαλύψεις Βγενόπουλου


Δέφτερη Ανάγνωση

Όταν την πρωτομαγιά, ο Δ. Χριστόφιας απάντησε στις προσπάθειες του Α. Ορφανίδη να μετατοπίσει τις ευθύνες του με την κυπριακή παροιμία «ό,ποιος εν αντρέπεται, ο κόσμος εν δικός του», η αντίδραση που ακολούθησε υπήρξε ενδιαφέρουσα. Το τηλεοπτικό δελτίο του Αντένα, το ίδιο βράδυ, προσπάθησε να κατασκευάσει υστερία, αλλά δεν φάνηκε να υπήρχε μεγάλη προθυμία από τον Α. Αυξεντίου - ως προηγούμενος διοικητή της κεντρικής τράπεζας - να υπερασπιστεί την αστεία θέση του Ορφανίδη ότι δήθεν δεν είχε δικαιοδοσία να κάνει κάτι. Όταν ο Τσουρουλης στο Σίγμα προσπάθησε, πιο ήπια, να παρουσιάσει το θέμα ως ευθύνη όλων, η αναφορά της Π. Αργυρού στις δικαιοδοσίες και τις εξουσίες του διοικητή της κεντρικής ήταν αποστομωτικές.

Όταν ξανακυκλοφόρησαν οι εφημερίδες την Πέμπτη, παρά τις προσπάθειες του Αβέρωφ Νεοφύτου, φάνηκε ότι η ατάκα του Χριστόφια είχε απήχηση μέσα στην κοινωνία – σαν να κωδικοποίησε μια διάχυτη αντίληψη. Ακόμα και ο Ορφανίδης προσπάθησε να πιαστεί από την ίδια διατύπωση. Αλλά ο Αβερωφ, ως υπερασπιστής του, φάνηκε να είναι μόνος του ακόμα και στον χώρο της δεξιάς: ο Πλατύς, ο οποίος είναι ένας από τους πιο έντονους επικριτές του Ορφανιίδη, ήταν υποψήφιος του ΔΗΣΥ, ενώ και ο ΠΑΣΕΧΑ - ο σύνδεσμος επενδυτών - ο οποίος πρωτοστάτησε στις αποκαλύψεις για το σκάνδαλο με τα ελληνικά ομόλογα, σαφώς δεν εκπροσωπεί τον χώρο της αριστεράς. Έτσι, όταν μέχρι και ο Ζένιος, ο τέως πρύτανης του πανεπιστημίου Κύπρου, που εμφανίζεται στα ΜΜΕ με γενικόλογες πλαδαρότητες ως ένα είδος δεξιού τεχνοκράτη σε αναζήτηση ρόλου, ζήτησε να γίνει έρευνα με την ατάκα «είναι πολλά τα λεφτά για να χάθηκαν έτσι». ήταν σαφές ότι η προσπάθεια να απαλλαγεί ο Ορφανίδης δεν λειτούργησε, ούτε και στον χώρο της δεξιάς. Κάτι που, προφανώς, απεικονίζει και την ευρύτερη εικόνα της κοινής γνώμης, παρά τις προσπάθειες διαφόρων ΜΜΕ – αναπόφευκτα, στην καθημερινότητα πια, τα «τοπικά» αξιολογούνται και με βάση το «εγγύς εξωτερικό»: δηλαδή την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρώπη γενικότερα. Ο Ζένιος λ.χ. ανακάλυψε την Ισλανδία.

Έτσι και αλλιώς, οι αναγκαστικές, για τα ΜΜΕ, αναφορές στα προβλήματα των τραπεζών, λόγω της ανακεφαλαιοποίησης, εξαιτίας των ποσών που χρειάζονται - ιδιαίτερα η Λαϊκή - για τις ζημιές από τα ελληνικά ομόλογα, κ.ο.κ. είναι ανοικτά ζητήματα, τα οποία υπενθυμίζουν ότι ο αρμόδιος του τραπεζιτικού τομέα έχει «ασήκωτες ευθύνες», όπως είπε και ο Πρόεδρος.

Υπήρξε, όμως, και δεύτερο επεισόδιο στην διαδικασία αποχώρησης του Ορφανίδη, καθώς ο Α. Βγενόπουλος αποφάσισε να χρησιμοποιήσει την ευκαιρία για να ανοίξει, εν μέρει, το θέμα του τι συνέβαινε στο παρασκήνιο του κυπριακού τραπεζιτικού τομέα την περίοδο 2009 – 2012. Η άμεση δικαιολογία για την παρέμβαση Βγενόπουλου, ήταν η αναφορά του τέως διοικητή στο πρόσωπο του, σε μια ακόμα προσπάθεια μετατόπισης ευθυνών σε άλλους. Αλλά, η εμφάνιση του Βγενόπουλου και ο μάλλον φοβισμένος τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίστηκε, δείχνουν ότι είχε ως στόχο και την δημοσιοποίηση στοιχείων για τους αντίπαλους του στο υπόγειο παιχνίδι των τραπεζιτικών διαμαχών. Έτσι, σε μια εφ’ολης της ύλης διάσκεψη τύπου, όχι μόνο απάντησε στον Ορφανίδη, αλλά και «τα έβγαλε όλα στην φορά», όπως έγραψε ακόμα και ο απολογητής του Ορφανίδη στον Πολίτη, ο Δ. Γεωργιάδης. Ενώ, ακόμα και ο «Φιλελεύθερος», ο οποίος ξέχασε βολικά τα κείμενα που δημοσίευε υπέρ του Βγενόπουλου και υπέρ του Ορφανίδη σε διάφορες φάσεις της διαμάχης, αναφερόταν στο πρωτοσέλιδο κείμενο στην «κατεπείγουσα… ανάγκη να διερευνηθούν οι ευθύνες τόσο των συμβουλίων των τραπεζών, όσο και των κρατικών αξιωματούχων..». Μέχρι και ο Α. Μιχαηλίδης αναγκάστηκε να καταφύγει, πια, σε μια αστεία κριτική προς τον Πρόεδρο – γιατί δεν απέλυσε τον Ορφανίδη αφού είχε ασήκωτες ευθύνες. Όταν πια τίθεται θέμα γιατί ανέχτηκε η πολιτεία τέτοιους λειτουργούς, όπως τον Ορφανίδη, τότε σαφώς έχει αλλάξει το πλαίσιο της συζήτησης.

Σε αυτό το πλαίσιο, η δημοσιογραφική διάσκεψη του Βγενόπουλου ήταν αποκαλυπτική για το πώς διαμορφώθηκε το παρασκήνιο του τραπεζιτικού συστήματος, το οποίο οδήγησε στο σκάνδαλο του τραπεζιτικού συστήματος με την κερδοσκοπία στα ελληνικά ομόλογα και την ευρύτερη εμπλοκή της κυπριακής οικονομίας με την οικονομική κρίση στην Ελλάδα, αλλά και την επιστροφή της κρίσης μετά από την ανάκαμψη στις αρχές του 2011. Το πιο ενδιαφέρον των στοιχείων που άφησε να αιωρούνται ή κατέθεσε ο Βγενοπουλος, ήταν η διαπλοκή παραγόντων της πολιτικής και οικονομικής ελίτ, αλλά και των μεγάλων ΜΜΕ στο να δημιουργηθεί ένα είδος οικονομικού παρακράτους, το οποίο οδήγησε την κυπριακή οικονομία στην κρίση – είτε λόγω εσωτερικών ανταγωνισμών, είτε, ως - το άφησε και αυτό να αιωρείται ο Βγενόπουλος - σχεδόν συνειδητή κίνηση. Η πληροφορία λ.χ. ότι ο Αβέρωφ Νεοφύτου συναντήθηκε με τον Βγενόπουλο για να ζητήσει να αναγνωριστεί ως είδος μεσολαβητή, ανάμεσα στον Ορφανίδη και το Βγενόπουλο, δείχνει ένα είδος ρουσφετολογικής δομής, γύρω από τον τέως διοικητή της κεντρικής: ο Αβέρωφ φαίνεται να εξασφάλιζε επιρροή, πουλώντας ακροάσεις και εύνοια στον Ορφανίδη, την ίδια στιγμή που ο Ορφανίδης αγνοούσε τις - δικαιολογημένες, νόμιμες και όπως αποδείχθηκε σωστές προτροπές - του τότε υπουργού οικονομικών. Η άλλη ενδιαφέρουσα αποκάλυψη - ή μάλλον επιβεβαίωση προηγούμενων πληροφοριών - ήταν ότι ο Ορφανίδης διέρρεε αρνητικές πληροφορίες σε οίκους αξιολόγησης για την κυπριακή οικονομία – κάνοντας ουσιαστικά και πάλιν προσωπική πολιτική σε βάρος του Δημοσίου. Αυτήν την υποψία την είχε, ήδη, διατυπώσει έμμεσα και ο Χ. Σταυράκης την άνοιξη του 2011, όταν ο Ορφανίδης αμφισβητούσε, ακόμα, και τα δημόσια στοιχεία της Πολιτείας. Το ότι οι οίκοι αξιολόγησης έκαναν αρνητικές αξιολογήσεις με βάση τις εισηγήσεις του, είναι το ένα – το ότι, όμως, ουσιαστικά έκριναν με σαρωτικά αρνητικές αξιολογήσεις τον ίδιο το τομέα του κ. Ορφανίδη είναι, επίσης, χαρακτηριστικό της ανυποληψίας, στην οποία είχε περιέλθει, αναπόφευκτα, και ο ίδιος στα μάτια τους. 

Υπήρξε δυσφορία από μερικούς για την διάσκεψη του Βγενόπουλου, αλλά ήταν, επίσης, σαφές ότι αντιμετωπιζόταν και με φόβο – σαν κάποιος που ήξερε πολλά και θα μπορούσε να ανοίξει φακέλους βρώμικων μυστικών για πολλούς. Η πρόκληση του, άλλωστε, για έρευνα στον τραπεζιτικό τομέα, η άρση του τραπεζιτικού απόρρητου για να καταθέσει στοιχεία, έμοιαζαν, μάλλον, με συγκεκαλυμμένες απειλές του στυλ: "αν αμφισβητείτε ότι λέω, τότε, τολμήστε να ζητήσετε δημοσιοποίηση των στοιχείων". Ο Αβέρωφ λ.χ. κρύφτηκε πίσω από τον Αναστασιάδη και είπε ότι συνάντησε τον Βγενόπουλο, μόνο με τον αρχηγό του κόμματος του – ξέροντας ότι δεν θα τον εγκατέλειπε έτσι ο ηγέτης του κόμματός του. Γενικότερα, ο Αβέρωφ προσπάθησε να αποστασιοποιηθεί από τον Βγενόπουλο – αλλά αυτά που λέει τώρα δεν είναι αυτά που λεγονταν τοτε και καταγράφουν οι συζητήσεις στη βουλή, τα πρακτικά των οποίων επικαλέστηκε ο κ. Βγενόπουλος.

Ας δούμε, λοιπόν, την κάθοδο και τον ρόλο Βγενόπουλου στο πλαίσιο του κυπριακού τραπεζιτικού συστήματος και του ανοίγματός του στο ξένο κεφάλαιο, αλλά και στην λογική της νεοφιλελεύθερης πτέρυγας της κυπριακής ελίτ.
Ο Βγενόπουλος είναι ο έλληνας επιχειρηματίας, τον οποίον οι κύπριοι νεοφιλελεύθεροι έβλεπαν με ένα είδος δέους και ταύτισης πριν λίγα χρόνια – τότε που ο Αβέρωφ Νεοφύτου διαμαρτυρόταν γιατί ο Πρόεδρος Χριστόφιας δεν πήγαινε στις ετήσιες συνελεύσεις των τραπεζών. Όταν ο Βγενόπουλος, ως σύμβολο του venture capital ήρθε στην Κύπρο και εκτόπισε το 2006 το παραδοσιακό σύμπλεγμα εξουσίας στην Λαϊκή, γύρω από τον Κ. Λαζαρίδη, η δεξιά, αλλά και η πλειοψηφία των ΜΜΕ, όχι μόνο δεν αντέδρασε, αλλά φανηκε να τον τον στηριζει. Και, ακολούθως, η δεξιά εκδίωξε τον Λαζαρίδη και από την θέση του επικεφαλής της Ολυμπιακής επιτροπής, για να διορίσει στην θέση του, τον Ουράνιο Ιωαννίδη και να διανείμει πόστα σε στελέχη της από το απορριπτικό μέτωπο. Τότε, ο Λαζαρίδης διαμαρτυρόταν ότι ο Βγενόπουλος δήλωνε ότι είχε «εξασφαλισμένους» τους δημοσιογράφους. Οπότε, το ότι σήμερα ο Βγενόπουλος άφηνε να διαρρεύσουν υπονοούμενα γιατί δεν έγραφε «ένας χριστιανός» για τις συναντήσεις σε ταβερνάκια που οργάνωνε ο Ορφανίδης με μετόχους από το Ντουμπάϊ και όχι μόνο, ήταν έμμεσα και μια αναφορά στο πώς μερικοί δημοσιογράφοι εξαγοράζονταν διπλά και τριπλά τότε – αλλά ίσως και μια έμμεση προειδοποίηση ότι δεν άνοιξε όλα τα χαρτιά του. Και, φυσικά, ο τομέας των ΜΜΕ ήταν ο μόνος που δεν σχολιάστηκε από τη συνέντευξη τύπου του Βγενόπουλου. Τα ΜΜΕ απέφυγαν τον αυτονόητο καθρέφτη του τι έγραφαν για τον Βγενόπουλο και τι είχε καταγγείλει, τότε, ο Λαζαριδης.

Τελικά, φαίνεται ότι μετά από την κάθοδο του Βγενόπουλου, επικεφαλής των κεφαλαίων από το Ντουμπάϊ, διαμορφώθηκαν διάφορα μπλοκ μέσα στο κυπριακό τραπεζιτικό σύστημα, τα οποία οδηγήθηκαν σε υπόγειες αντιπαραθέσεις – τις οποίες αποκάλυψε γραφικά με τις αναφορές του σε συναντήσεις του διοικητή της κεντρικής με μέτοχους σε ταβερνάκια κ.ο.κ. Η ρήξη Βγενόπουλου - Αβέρωφ φαίνεται να έγινε, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Βγενόπουλου, όταν ο αναπληρωτής πρόεδρος του ΔΗΣΥ προσπάθησε να εμφανιστεί ως μεσάζων - με τις ανάλογες μίζες εννοείται -ανάμεσα σε Ορφανίδη και Βγενόπουλο. Όταν ο δεύτερος αρνήθηκε, άρχισε μια διαμάχη στην οποία συμμετείχε και διοικητής της κεντρικής. Η αντιπαράθεση φαίνεται να έφτασε σε ακραία σημεία – ο Ορφανίδης, λ.χ. ο οποίος έδειχνε πλήρη απάθεια στις επενδύσεις στα ελληνικά ομόλογα, εξαπέλυσε ένα πόλεμο επιστολών ενάντια στην Λαϊκή και στο Βγενόπουλο εμποδίζοντας, σύμφωνα με τον τελευταίο, ακόμα και τις απόπειρες της τράπεζας για "διασπορά κινδύνων" - μια λογική κίνηση για ένα "παίκτη" όπως ο Βγενόπουλος - όσον αφορά στις μετοχές. Γι’ αυτό, άλλωστε, και η Λαϊκή είναι, σήμερα, η πιο χρεωμένη τράπεζα. Το ότι ο Ορφανίδης είχε μια τάση εμπάθειας, η οποία καθοδηγούσε, ακόμα, και τυπικές αποφάσεις είναι φανερό, από τις αναφορές του Χ. Σταυράκη, στο βιβλίο του ότι αρνήθηκε να εμποδίσει μια πολυέξοδη αγορά ρωσικής τράπεζας, - η οποία θα εξοικονομούσε εκατομμύρια - λόγω του ότι δεν ήθελε να ακούσει τον τότε υπουργό οικονομικών.
Ο Ορφανίδης, τελικά, εκμεταλλεύτηκε την κρίση της εξάρτησης των κυπριακών τραπεζών από τα ελληνικά ομόλογα - την οποία δημιούργησε ο ίδιος -για να εκτοπίσει το Βγενόπουλο.

Ένα από τα ενδιαφέροντα στοιχεία, στα οποία δεν αναφέρθηκαν, ούτε ο Αβέρωφ, αλλά ούτε και όσοι προσπάθησαν, έστω και έμμεσα, να αμφισβητήσουν τον Βγενόπουλο, είναι η σιωπή του κατά τ’ άλλα λαλίστατου του Ν. Παπαδόπουλου, δικηγόρου της Λαϊκής. Αν ο Βγενοόπουλος ήταν τόσο προβληματικός, τότε τιί έκανε ο επικεφαλής της επιτροπής οικονομικών; Ήδη είναι σκάνδαλο που ένας δικηγόρος τράπεζας είναι επικεφαλής της επιτροπής οικονομιών. Η εμπλοκή των συμφερόντων της οικογένειας Παπαδόπουλου και του δικηγορικού του γραφείου, είναι μια άλλη ενδιαφέρουσα διάσταση. Όπως και χαρακτηριστικό είναι ότι, τόσο ο Ορφανίδης, όσο και ο Α. Νεοφύτου, καμώνονται ότι δεν καταλαβαίνουν την σχέση του Παπαδόπουλου με την Λαϊκή.

Ένα άλλο σημαντικό το θέμα, το οποίο αναμένεται να δημοσιοποιηθεί και το οποίο είχε εγείρει, αρχικά, ο ΠΑΣΕΧΑ, είναι και το ποσοστό των ελληνικών ομολόγων, το οποίο αγόρασε η ίδια η κεντρική υπό την διοίκηση του Ορφανίδη – διότι εκεί θα είναι, σαφώς, πιο άμεση η ζημία για το δημόσιο. Και αυτή η διάσταση, ίσως, να ρίξει λίγο φως στο αν το σκάνδαλο των ελληνικών ομολόγων ήταν μόνο ζήτημα λανθασμένων χειρισμών και απραξίας του Ορφανίδη ή σκόπιμης κίνησης.

Από ότι φαίνεται η αντίδραση μερικών και η προσπάθεια δημιουργίας λόμπι για τον Ορφανίδη, είχε να κάμει και με ένα κύκλωμα που είχε δημιουργηθεί και το οποίο εξυπηρετούσε συγκκριμμένα συμφέροντα – πολιτικά, αλλά και οικονομικά. Όποτε, η απομάκρυνση του έλεγχου της κεντρικής από ένα τέτοιο κύκλωμα - το οποίο φαίνεται να έχει άμεσες ευθύνες για την τραπεζιτική κρίση - είναι ένα βήμα προόδου για την κοινωνία.

7 Μαΐ 2012

H ώρα της αλήθειας για το λαό, την αριστερά, τους κομμουνιστές

apo http://mygranma.wordpress.com/2012/05/07/time_to_beat_the_bastards_comrades/

Οι λαϊκές εργατικές συνοικίες των πόλεων της Ελλάδας έδωσαν στο ΣΥΡΙΖΑ μια ιστορική και μεγαλειώδη νίκη.

Το ΠΑΣΟΚ, η ΝΔ και το ΛΑΟΣ τιμωρήθηκαν σε βαθμό δημόσιας διαπόμπευσης για τις βάρβαρες πολιτικές τους.

Παρότι στα γκάλοπ συντριπτικά ποσοστά των Ελλήνων εμφανίζονται κατά των μνημονίων, τα κόμματα που τα στηρίζουν παίρνουν ένα σημαντικό ποσοστό περίπου 40% (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΛΑΟΣ, ΔΗ.ΣΥ, Δράση). Αυτά που είναι υπέρ της άμεσης κατάργησής τους ωστόσο υπερέχουν ξεκάθαρα με 44% (ΣΥΝ, Αν.Ελλ., ΚΚΕ, Χρυσή Αυγή). 7,5% πήραν τα κόμματα που δήλωναν υπέρ της αναδιαπραγμάτευσης ορισμένων πλευρών των μνημονίων (ΔΗΜΑΡ, Πράσινοι, Δημιουργία).

Τα εθνικιστικά ως και νεοναζιστικά σχήματα φτάνουν περίπου το 20% (Αν.Ελληνες, Χρυσή Αυγή, ΛΑΟΣ) αλλά η στροφή προς τις αριστερές, σοσιαλιστικές και κομμουνιστικές ιδέες, τις ιδέες της αλληλεγγύης είναι σημαντικότερη με τα σχήματα που διεκδικούν την εκπροσώπηση τους να φτάνουν το 26% (ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ).

Αυτό βέβαια κυρίως χάρη στη θεματική αύξηση του ΣΥΡΙΖΑ. Το ερώτημα που μένει είναι αν οι ψηφοφόροι του πιστεύουν περισσότερο στην παραμονή στο Ευρώ και στην προσέλκυση ξένων ιδιωτικών επενδύσεων  ή στην καταγγελία των μνημομονίων, την εθνικοποίηση των τραπεζών και τον εργατικό έλεγχο.

Οι υποσχέσεις αυτές του ΣΥΡΙΖΑ είναι αντιφατικές. Η καταγγελία των μνημονίων προϋποθέτει ανάκτηση του ελέγχου του νομίσματος και άρα έξοδο από το Ευρώ για να υλοποιηθεί και να αποτελέσει βάση για την εκκίνηση πολιτικών μεταφοράς του πλούτου από το κεφάλαιο προς την εργασία.

Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει σύντομα να διαλέξει προς τα ποια από τις δύο μέριες γέρνουν οι προτεραιότητές της και οι ψηφοφόροι και αγωνιστές του να αποφασίσουν εάν θα ακολουθήσουν.

Το ΚΚΕ υποχωρεί στις πόλεις σε ποσοστό και ίσως και σε απόλυτους αριθμούς ενώ η γενική του άνοδος είναι αναιμική και στις υπάρχουσες συνθήκες διάλυσης του δικομματισμού αποτελεί ξεκάθαρη ήττα. Αυτό δείχνει ότι η τακτική του για τη ριζοσπαστικοποίηση των εργαζόμενων και τα συνθήματα που ρίχνει με σκοπό να εμπνεύσει την οργάνωση και συγκρότησή τους σε ένα μαχητικό μέτωπο που θα διεκδικήσει την εξουσία αποτυγχάνουν σαφώς και χρειάζονται επαναπροσδιορισμό.
Θλιβερή ήταν η προσπάθεια υπεράσπισης της αδιέξοδης αυτής τακτικής στα στούντιο της τηλεόρασης με το αναμάσημα ανιστόρητων, αριστερίστικων και αποπροσανατολιστικών αιτιάσεων ότι οι κομμουνιστές δεν είναι αριστεροί και δεν έχουν σχέση με τους αριστερούς.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ τριπλασίασε σχεδόν τις ψήφους της αλλά δεν κατάφερε να διεκδικήσει είσοδο στη βουλή. Η αποδοχή των προγραμματικών κατευθύνσεών της όμως επεκτείνεται σε μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ και αυτές είναι απολύτως συμβατές με το πρόγραμμα του ΚΚΕ του 1996:
- στάση πληρωμών – έξοδος από το Ευρώ – επανάκτηση νομισματικής κυριαρχίας
- έξοδος από την ΕΕ
- εθνικοποίηση των τραπεζών κάτω από δημόσιο και εργατικό έλεγχο
- εθνικοποίηση στρατηγικών κλάδων της οικονομίας κάτω από εργατικό έλεγχο
- μεγάλωμα του μεριδίου της εργασίας στον παραγόμενο πλούτο
- συγκρότηση εργατικών και λαϊκών οργάνων που θα ασκούν αυξανόμενο έλεγχο στην οικονομική και κοινωνική ζωή
- δημιουργία παραγωγικών συνεταιρισμών

Το πρόγραμμα αυτό μπορεί να έχει ως σημείο εκκίνησης ένα συμπαγές ποσοστό άνω του 20% και ν’αποκτήσει ακατανίκητη δυναμική μέσα στο σημερινό εξαιρετικα ρευστό πολιτικό περιβάλλον.
Η προώθηση του είναι ζήτημα ζωής και θανάτου για τον ελληνικό λαό και την προοπτική της κοινωνικής απελευθέρωσης στην πατρίδα μας. Αν δεν υπάρξει σκληρή πίεση από τις αγωνίστριες και τους αγωνιστές προς αυτή την κατεύθυνση  άμεσα, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ θα οδηγηθεί σε ατέρμονες διαπραγματεύσεις με δεξιότερες δυνάνεις που δε θα οφελήσουν το λαό και το ΚΚΕ θα συρρικνωθεί.
Χρειάζεται κουράγιο για τη σύγκρουση με νοσηρές και άτολμες νοοτροπίες μέσα σε όλους τους χώρους. Χρειάζεται να δοθούν αποφασιστικές και νικηφόρες μάχες για να συγκροτηθεί το μέτωπο που χρειαζόμαστε όσο υπάρχει ακόμα καιρός.

[Τα ποσοστά που αναφέρονται εδώ είναι κουρασμένοι και ζαλισμένοι υπολογισμοί επί μη τελικού αποτελέσματος που χρήζουν επαλήθευσης http://ekloges.ypes.gr/v2012a/public/index.html#]

5 Μαΐ 2012

Αντώνης Μπαλασόπουλος: Κρίση και αριστερά στην Ελλάδα ενόψει εκλογών

Ομιλία του Αντώνη Μπαλασόπουλου στην εκδήλωση που διοργάνωσε ψες η ΕΡΑΣ με τίτλο Κρίση και αριστερά στην Ελλάδα ενόψει εκλογών: η κόκκινη οπτική
...............


Θα ήθελα να ξεκινήσω τις παρατηρήσεις μου πάνω στο θέμα της αποψινής συζήτησης για την κρίση και την αριστερά στην Ελλάδα με την μάλλον κοινότυπη παρατήρηση ότι αυτό που εν πολλοίς εκδηλώθηκε τα τελευταία δύο με τρία χρόνια στη χώρα είναι επίσης μια κρίση της αριστεράς. Και ότι οι εκλογές, όπως και η επόμενη μέρα τους, ανεξαρτήτως αποτελεσμάτων, αντανακλούν όψεις της ιστορικής εκδίπλωσης αυτής της κρίσης.

Η κρίση αυτή της αριστεράς δεν ξεκινά με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, το 2008 ή το 2009. Έχει μια διαφορετική περιοδοποίηση. Αλλά αφορά επίσης, σ’ ένα επίπεδο, το ίδιο το ζήτημα της περιοδοποίησης, την ίδια την νοητική κατασκευή της ιστορίας και της ιστορικότητας ως εμπειρίας. Ας εξηγηθώ. Γνωρίζουμε ότι γύρω στα 1968, και με επίκεντρο τον Μάη, έχουμε μια σειρά από θεμελιακής σημασίας για την σύγχρονη ελληνική και ευρωπαϊκή αριστερά γεγονότα. Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γαλλίας, που στις μέρες μας πρωταγωνιστεί ως κόμμα που, παραδόξως, απορρίπτουν για τις πολιτικές του επιλογές οι κομμουνιστές και εγκρίνουν οι του χώρου της ανανεωτικής αριστεράς στην Ελλάδα, θέτει εαυτόν αντιμέτωπο με το φοιτητικό κίνημα που έχει ξεσπάσει, υπό την καθοδήγηση κυρίως Τροτσκιστικών, Μαοϊκών και αναρχικών ομάδων. Καθώς η πολιτική κρίση οξύνεται λόγω της σύμπτωσης γενικής απεργίας και αναταραχών στα πανεπιστήμια, το κόμμα αυτό επιχειρεί να την αποκλιμακώσει και καλεί σε λήξη της γενικής απεργίας. Τέλος, συντάσσεται με τον στρατηγό Ντε Γκωλ, που απειλεί τη βίαιη καταστολή των φοιτητών. Λίγο μετά, τον Αύγουστο του ίδιου έτους, το ΚΚΓ αρνείται να καταδικάσει ξεκάθαρα τη σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία και την καταστολή της “Άνοιξης της Πράγας”. Και λίγο πριν, τον Φεβρουάριο, και στην χώρα που μας απασχολεί σήμερα, το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας διασπάται εν μέσω δικτατορίας, σε ΚΚΕ “εσωτερικού” και “ορθόδοξο”, σοβιετοκεντρικό ΚΚΕ.

Νομίζω πως είναι δύσκολο να αμφισβητηθεί ότι αυτό είναι το ιστορικό σημείο που εγκαινιάζει μια μακροχρόνια “κρίση της αριστεράς”, η οποία μπορεί να οριοθετεθεί ως κρίση της ηγεμονίας των κομμουνιστικών κομμάτων ως κυρίαρχων πόλων μέσα στο αριστερό πολιτικό πεδίο, και ως διάσπαση των κοινωνικών δυνάμεων που σε μια προηγούμενη ιστορική φάση έβρισκαν πολιτική εκπροσώπηση στα κόμματα αυτά. Στη θέση μιας πρότερης σχετικής ισορροπίας, που δοκιμάζεται ήδη έντονα από τα μέσα του 50, με την αποκαθήλωση του Στάλιν στην Σοβιετική Ένωση, ανακύπτουν τραυματικές ανταγωνιστικές διαιρέσεις ανάμεσα σε κόμμα και κίνημα, στην εργατική τάξη και τους φοιτητές και νεολαίους, στη στρατηγική του κόμματος πρωτοπορίας και την κοινωνιοποιητική της αυθόρμητης εξέγερσης, στο Σοβιετικό και το δυτικοευρωπαϊκό Μαρξισμό.

Την ίδια όμως ευρύτερη περίοδο, και με επίκεντρο πάλι τη Γαλλία, αναδύεται και μια κρίση κυρίως επιστημολογική, η οποία αρχικά φαίνεται να εξελίσσεται αυτόνομα και ανεξάρτητα από την πολιτική κρίση που θα την ακολουθήσει, αλλά ουσιαστικά μάλλον την συναντά, την επιτείνει, και την διαδέχεται, αποτελώντας κάτι σαν “συνέχεια του Μάη με άλλα μέσα.” Από τη δεκαετία του 50, στο πεδίο των επιστημών του ανθρώπου, στη χώρα κυριαρχεί ο δομισμός ή στρουκτουραλισμός, ο οποίος δίνει έμφαση στην συγχρονική ανάλυση δομών σε διάφορα πεδία (από τα έθιμα και τις δοξασίες μιας φυλής ως τη γλώσσα), και παρακάμπτει, αντίθετα, την ενασχόληση με την ιστορική διαχρονία. Κι αυτό σημαίνει ότι παρακάμπτει, ανάμεσα σε άλλα, τη διαλεκτική θεώρηση της ιστορίας του Χέγκελ, έναν από τους κεντρικούς επιστημολογικούς πυλώνες του Μαρξισμού. Μετά λοιπόν από ένα αρχικό στάδιο εγελιανής επίδρασης στη γαλλική σκέψη, που επικεντρώνεται στην περίοδο του μεσοπολέμου και στις διάσημες διαλέξεις για τον Χέγκελ του πάντως μη μαρξιστή Αλεξάντρ Κοζέβ, η αντίληψη για την ιστορία αλλάζει δραματικά. Η μελέτη της με όρους ιστορικά αυτονομοποιημένων δομών δεν εκτοπίζει απλώς την αφελή, γραμμικά εξελικτική αντίληψη της ιστορίας, αλλά και την εγελιανή, για την οποία η ιστορία είναι ένα πεδίο διαρκούς διαπάλης μεταξύ δυνάμεων που εκδιπλώνονται, δημιουργώντας στάδια περάσματος από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο μέσω της μεσολάβησης της άρνησης. Με το δομισμό, η αντίληψη για την οποία η ιστορία είναι μια μορφή της επανάληψης-με-διαφορά, μια ανελισσόμενα σπειραλοειδής δομή, περνά στο περιθώριο. Στη δεκαετία του 60, πριν αλλά και μετά το Μάη, αυτό που θα συγκροτήσει έναν βασικό κοινό πυρήνα για τη νέα γαλλική διανόηση είναι, εκτός της ίδιας της επίδρασης της εμπειρίας των φοιτητικών εξεγέρσεων, ο αντιεγελιανισμός, που στη γαλλική περίπτωση παίρνει και τη μορφή μιας από κοινού απόρριψης της πατρικής φιγούρας του Σαρτρ, η οποία συνδέεται άμεσα με την απόρριψη της πολιτικής φιγούρας του ΚΚΓ. Αυτό που αναδύεται στη σκέψη αρκετών από τους νέους γάλλους διανοούμενους, αυτούς που κατά κάποιο τρόπο προφητεύουν το Μάη με όρους επιστημολογίας, και που επηρεάζονται βαθιά απ’ αυτόν και συνεχίζουν ενισχυμένοι από την εμπειρία του, είναι μια ιστοριογραφική αντίληψη που πριμοδοτεί την ρήξη και την ασυνέχεια, όπως αυτή που βλέπουμε στο σύνολο του ιστορικού έργου του Μισέλ Φουκώ, ήδη από τις αρχές του 60.

Το άλλο, και αλληλένδετο κομμάτι της σκέψης πάνω στην ιστορία που μας κληροδοτεί ο Μάης, κυρίως νομίζω μέσω μιας συγκεκριμένης πρόσληψης του Μαοϊσμού, είναι μια υπερτίμηση του στοιχείου της πολιτικής βούλησης ως ιστορικού παράγοντα, μια βουλησιαρχία που θα βρει την έκφρασή της στην πριμοδότηση της εξέγερσης ως απόλυτου ορίζοντα για τη σκέψη, και άρα και την αποκόλλησή της από το πλαίσιο μιας ευρύτερης στρατηγικής για τη μετάβαση στον σοσιαλισμό. Ο πολιτικός χρόνος του Μάη είναι το τώρα· το παρόν ως μόνος γνήσιος ορίζοντας του πράττειν. Ο συνδυασμός της οπτικής αυτής με αυτήν που προανέφερα, της αντίληψης της ιστορίας με όρους καθαρής ρήξης και ασυνέχειας, μας δίνει νομίζω το στίγμα της αντίληψης που πρυτάνευσε το Μάη και κυριάρχησε ιδεολογικά μετά απ’ αυτόν, της αντίληψης που συγκρούστηκε με την πολύ διαφορετική, εγελιανής καταγωγής αντίληψη των κομμουνιστικών κομμάτων, και της αντίληψης που στην δική μας ιστορική φάση έφτασε η ίδια σε μια κρίση, την πρώτη από τις μορφές κρίσης που ήθελα να αναφέρω.

Αυτό συμβαίνει κατά βάση λόγω της ίδιας της δομικής φύσης της οικονομικής κρίσης. Οι οικονομικές κρίσεις συσσώρευσης—και είμαι πεπεισμένος ότι η κρίση συσσώρευσης είναι ένα από τα επίπεδα της οικονομικής κρίσης που διανύουμε σήμερα, και μάλλον το καθοριστικό αν και όχι αυτό που κυριαρχεί στη συζήτηση—είναι εξ ορισμού επαναλήψιμες στον καπιταλισμό. Δεν είναι μοναδικά και ανεπανάληπτα, αλλά περιοδικά φαινόμενα, με την δική τους χρονική λογική αλληλουχίας. Ο Μαρξ ήταν ο πρώτος που μελέτησε την περιοδική επαναληπτικότητα της κρίσης ως δομικού στοιχείου στην εξέλιξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Άλλοι, όπως ο Μαντέλ, επέκτειναν και επεξεργάστηκαν περαιτέρω την εργασία του πρώτου στον αιώνα που πέρασε. Τι φέρνει όμως στο επίπεδο της αντίληψης για την ιστορία αυτή η επαναληπτικότητα που χαρακτηρίζει τις οικονομικές κρίσεις; Φέρνει την συναίσθηση ότι τα πράγματα δεν ακολουθούν τελικά μια γραμμική πορεία· ότι το παρελθόν δεν είναι εντελώς αναπόδραστα πίσω μας.

Κι έτσι αρχίζει η δημόσια συζήτηση, και αυτό έγινε κατά κόρον τα τελευταία δύο χρόνια στην Ελλάδα και μέσα στους κόλπους της αριστεράς και όχι μόνο, για την επιστροφή φαντασμάτων του παρελθόντος: της δημοκρατίας της Βαϊμάρης για παράδειγμα, θύματος ταυτόχρονης οικονομικής και πολιτικής κρίσης, πεδίου σύγκρουσης του κομμουνισμού με τη σοσιαλδημοκρατία, πεδίου ανάδυσης και επέκτασης μιας “κατάστασης εξαίρεσης” που εκμηδενίζει τις πολιτικές ελευθερίες που μόνο φαινομενικά εγγυόταν οι θεσμοί της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Ή, για να δώσω ένα δεύτερο παράδειγμα που επίσης απασχολεί εντονότατα πια την αριστερά, της απειλής επιστροφής του τέλους της Βαϊμάρης, της ακροδεξιάς στροφής των μαζών, της ανάδυσης του φασισμού, εθνικά και πανευρωπαϊκά. Ή πάλι, της σύγκρουσης, μέσα στους κόλπους της Δεύτερης Διεθνούς, ανάμεσα στους κομμουνιστές και τους σοσιαλδημοκράτες στη βάση της στάσης τους αντίστοιχα πάνω στον ιμπεριαλισμό και στον επερχόμενο πόλεμο, κάτι που επίσης επέστρεψε στην αντζέντα συζήτησης στην παρούσα φάση, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τη στάση των ελληνικών αριστερών κομμάτων απέναντι στην πολιτική του Ισραήλ, στο ενδεχόμενο πολέμου στη Συρία και το Ιράν, ή απέναντι στον πόλεμο που διεξήχθη ήδη στη Λιβύη. Ή, τέλος, της σύγκρουσης ανάμεσα στη σοσιαλδημοκρατική επένδυση πίστης σε μια λίγο-πολύ ειρηνική, σταδιακή μετάβαση στο σοσιαλισμό μέσα από κυρίως εκλογικά και κοινοβουλευτικά μέσα και την αντίθετη, κομμουνιστική θέση της αναγκαιότητας της επανάστασης, της δυαδικής εξουσίας που θα ανατρέψει και θα καταστρέψει το αστικό κράτος και που θα οδηγήσει σε νέους θεσμούς προλεταριακής δημοκρατίας που θα αντικαθιστούν αυτούς του αστικού κοινοβουλίου. Παρακολουθήσαμε τις αμέσως προηγούμενες ημέρες τους αρχηγούς του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ να συγκρούονται ακριβώς πάνω στο ζήτημα των μέσων ανατροπής των καταστροφικών για τα κατώτερα στρώματα συσχετισμών, με το πρώτο να μιλά για την αναγκαιότητα της “λαϊκής, εργατικής εξουσίας” και των θεσμικών αλλαγών στην δομή της αντιπροσώπευσης, και τον δεύτερο να επικεντρώνεται στην σημασία του κοινοβουλευτικού αγώνα αλλαγής των συσχετισμών και την συνακόλουθη σημασία της ενότητας της αριστεράς.

Κατά τη δική μου άποψη όμως, ο συγκρουσιακός αυτός διάλογος ανάμεσα στα κομμάτια της αριστεράς που προέκυψαν μετά την έκρηξη του 1968 δεν διεξάγεται επί ίσοις όροις· όπως δεν διεξαγόταν επί ίσοις όροις το 1968, χρονιά πολιτικής κρίσης, όχι όμως και οικονομικής. Τότε, η θεώρηση της ιστορίας με όρους ρήξης και ασυνέχειας και με όρους παροντισμού και βουλησιαρχίας επικυριάρχησε πάνω στην αντίληψή της με όρους διαλεκτικής, ιδιαίτερα με δεδομένο ότι η δεύτερη συνδέθηκε με τον απονομιμοποιημένο στη Δύση “διαλεκτικό υλισμό” του Στάλιν. Η ημερήσια διάταξη όλων των αναδυόμενων “αριστερών” στοχαστών της εποχής ήταν ο αντιεγελιανισμός και η αντιδιαλεκτική θεώρηση των πραγμάτων: Φουκώ, Αλτουσέρ, Ντελέζ, Λυοτάρ, Ντεριντά, Νέγκρι…ο κατάλογος είναι μακρύς και βέβαια όχι ομοιογενής, αλλά η απόπειρα να εντοπιστεί ένας δρόμος φιλοσοφικής διαφυγής από τον Χέγκελ είναι κοινή και εύγλωττη, είτε λαμβάνει τη μορφή του αντίπαλου δέους του μονιστή Σπινόζα (Αλτουσέρ, Ντελέζ, Νέγκρι), είτε αυτή της προσφυγής στη φαινομενολογία, και, αργότερα, στον Καντ και την ηθική (Ντεριντά), είτε αυτή του νεονιτσεανισμού (Φουκώ).

Σήμερα, η επιστροφή ενός κύκλου σφοδρής ύφεσης πριμοδοτεί αντιθέτως τον άλλο πόλο, αυτόν ακριβώς που φαινόταν ήδη “ξεπερασμένος” το 1968: τον πόλο δηλαδή που έχει την δυνατότητα θεωρητικά να σκεφτεί την επιστροφή και την επαναληπτικότητα ως διαστάσεις, τόσο επειδή εξακολουθεί να δίνει βάρος στην πολιτική οικονομία που μελετά τέτοιες δομές στα πλαίσια της ιστορικής εξέλιξης του τρόπου παραγωγής, όσο και επειδή βασίζει την πολιτική του θεώρηση στην αντίληψη της κρισιακής φύσης του καπιταλισμού, της αδυναμίας του να πετύχει μια τελεσίδικη επίλυση των αντιφάσεων που παράγει, και που ωθούν τις κοινωνίες σε φάσεις όξυνσης της ταξικής πάλης, και συνεπώς και ανάδειξης του ρόλου της πάλης αυτής για την ιστορική εξέλιξη. Αν τον Μάη, η λεγόμενη “δομή συναισθήματος” αποτύπωνε την ηγεμονία των ιδεών εκείνων που προήγαγαν τη δυνατότητα ενός “Μεγάλου Άλματος Μπροστά”, για να δανειστώ το μαοϊκό σλόγκαν που αποτέλεσε τμήμα της περιρρέουσας του γαλλικού Μάη, ή μιας “γραμμής φυγής", για να αναφερθώ σε μια από τις γνωστές φράσεις του Ντελέζ, στην δική μας ιστορική φάση αυτό που διαρκώς τίθεται από τα πράγματα είναι το ζητούμενο της “επιστροφής-με-διαφορά”. Και συνεπώς, τίθεται το ερώτημα του τι ακριβώς συνεπάγεται τούτο για μια σειρά από κεντρικά θεωρητικά και πρακτικά ζητήματα, τα οποία ξανανοίγουν με τρόπο που δεν μπορεί να διαχειριστεί πια προνομιακά το κομμάτι εκείνο της αριστεράς που εκπορεύτηκε εξελικτικά απ’ το πνεύμα του Μάη.

Ας θίξω κάποια από αυτά εντελώς επιγραμματικά:

α) Το ζήτημα του κράτους. Όπως είναι γνωστό, στη δυτική αριστερά, μετά την άνοδο του Σταλινικού ΚΚΣΕ στην ηγεσία της Τρίτης Διεθνούς, κυρίαρχησε μια συγκεκριμένη εκδοχή της θεωρίας του Γκράμσι περί ηγεμονίας: μια εκδοχή σύμφωνα με την οποία ήταν αδύνατη στη Δύση η μετωπική σύγκρουση με το κράτος και τη κρατική εξουσία με τον τρόπο που διαδραματίστηκε στη Ρωσία, όπου το κράτος δεν είχε τον πολυεπίπεδο και πολύπλοκο χαρακτήρα των αστικών κρατών στη Δύση. Στην νεογκραμσιανή εκδοχή του Νίκου Πουλαντζά, η αδυνατότητα του χτισίματος δυαδικής εξουσίας και ανατροπής του αστικού κράτους μετατρέπεται σταδιακά σε κάτι ούτως ή άλλως ανεπιθύμητο: το ρωσικό μοντέλο δεν είναι απλώς ανέφικτο αλλά και εσφαλμένο, γιατί οδηγεί αναπόδραστα στον συγκεντρωτισμό της εξουσίας και τον μαρασμό των δημοκρατικών θεσμών. Στη δική του εκδοχή, το ζητούμενο είναι πια όχι η ανατροπή αλλά ο μετασχηματισμός του κράτους, μέσα από τη δράση, μέσα στο πεδίο του ίδιου του κράτους, της δημοκρατίας απ’ τα κάτω και των κοινωνικών κινημάτων. Σε άλλες εκδοχές, υπερτονίζεται η δυνατότητα μιας κυρίως ιδεολογικού χαρακτήρα αριστερής ηγεμονίας μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού, που αναμένεται να οδηγήσει βαθμιαία στην ειρηνική μετάβαση του κράτους στον σοσιαλισμό. Σήμερα, οι θεωρήσεις αυτές, χαρακτηριστικές του λεγόμενου ευρωκομμουνισμού, φαίνονται να απέχουν αρκετά από την πραγματικότητα, καθώς βλέπουμε το κράτος να αποδύεται όλο και περισσότερο στη χρήση φυσικής βίας και την κρατική πολιτική να φαντάζει όλο και πιο στενά συνδεδεμένη με τα λεγόμενα οικονομο-κορπορατιστικά συμφέροντα μιας μειοψηφίας που συνιστά την άρχουσα τάξη. Στην Ελλάδα, αλλά και στην Κύπρο, είχαμε πάρα πολλά σημάδια αυτής της στροφής, την οποία παραδόξως διέκρινε και ο Πουλαντζάς, όταν προσπάθησε να θεωρητικοποιήσει το αναδυόμενο στην εποχή του “αυταρχικό κράτος”, απέτυχε όμως να το συγκεράσει θεωρητικά με τις προϋποθέσεις της αντίληψής του περί της δυνατότητας ενός “δημοκρατικού σοσιαλισμού” που θα μετασχημάτιζε σταδιακά το αστικό κράτος.

β) Το ζήτημα της διαλεκτικής κόμματος και κινήματος. Η πριμοδότηση του κινήματος—ή ακριβέστερα των αυθόρμητων, μη συγκεντρωτικού χαρακτήρα, ετερογενών, οριζόντια διαρθρώσιμων κινημάτων—κόντρα στον συντηρητισμό του κόμματος ως οργανωτικής δομής και πολιτικού δράστη αποτελεί μια από τις βασικές διαστάσεις της θεωρητικής κληρονομιάς του γαλλικού Μάη στην σύγχρονη αριστερά, τόσο στην Ελλάδα όσο και παγκόσμια. Τόσο όμως στην Ελλάδα, όσο και σε άλλες δυτικές χώρες, συμπεριλαμβανομένης εν μέρει και της Κύπρου, η προσφυγή στα κοινωνικά κινήματα αποδείχθηκε ανίσχυρη απέναντι στην σφοδρότητα της κρατικής επίθεσης στα εργασιακά δικαιώματα, τους μισθούς, τις συντάξεις, το κράτος πρόνοιας, το πανεπιστημιακό άσυλο, τους δημοκρατικούς θεσμούς αντιπροσωπευτικότητας. Η κινηματική αντίδραση σε όλα αυτά, κυρίως με την μορφή των “αγανακτισμένων” και των κινημάτων “Occupy” ανέδειξε σημαντικές στρατηγικές αδυναμίες και δεν κατόρθωσε να απειλήσει σοβαρά το αστικό κράτος και την οικονομική του πολιτική. Καταστάλθηκε με βίαια μέσα, λίγο-πολύ παντού μετά από ένα χρονικό διάστημα, χωρίς να έχει μπορέσει να επιφέρει πρακτικά ή χειροπιαστά αποτελέσματα πέραν της κινητοποίησης πολιτών που είχαν αδρανοποιηθεί από την οικονομικο-πολιτική πρακτική “σοκ και δέους” των αστικών κυβερνήσεων.

Έτσι, η παρούσα φάση μπορεί να χαρακτηριστεί ακριβέστερα ως φάση κρίσης της μεταμαρξιστικής κινηματικής ιδεολογίας που κυριάρχησε στην αριστερά μετά το 1968, αναδεικνύοντας τα σοβαρά ελείμματά της στην πρώτη ιστορική περίπτωση που χρειάστηκε να επιχειρήσει να αντιμετωπίσει μια σφοδρή και παγκόσμια κρίση του συστήματος. Τούτο βέβαια δεν συνεπάγεται κάποια άμεση και καταφανή πριμοδότηση του κόμματος ως οργανωτικού μοντέλου και πολιτικού δράστη. Είναι όμως ενδεικτικό ότι η ελληνική εξωκομμουνιστική αριστερά, και ιδιαίτερα ο ΣΥΡΙΖΑ, που πρωτοστάτησε στην πρακτική και θεωρία των κινητοποιήσεων του Ιούνη, δείχνει σήμερα αποκλειστικά επικεντρωμένος στον εκλογισμό και στην κομματική ενδυνάμωση, την στιγμή που το ΚΚΕ, το οποίο κράτησε σαφείς αποστάσεις τον Ιούνη, υπερτονίζει σήμερα την ανάγκη ενίσχυσης και διόγκωσης του λαϊκού και εργατικού κινήματος κόντρα στη λογική του απλού εκλογισμού. Η διαδοχή, στην Ελλάδα συγκεκριμένα, του δεδηλωμένα υπερκομματικού (αν όχι αντικομματικού) χαρακτήρα κινήματος των πλατειών από την απεργία διαρκείας στη Χαλυβουργία απ’ τον Οκτώβρη του 2011 και μετά, συμπληρώνει την εικόνα μιας παράδοξης –θα τολμούσα να πω σχεδόν διαλεκτικής– αντιστροφής. Είναι πολύ νωρίς για να γνωρίζουμε πώς θα εξελιχθεί η σχέση κόμματος και κινήματος στο μέλλον και ποιος πόλος θα καταφέρει να επανεκκινήσει τη διαλεκτική τους, που έμοιαζε αδρανοποιημένη για δεκατίες. Σίγουρα όμως οι επιπλοκές που παρουσιάστηκαν στη διαπάλη μεταξύ “παραδοσιακά συνδικαλιστικών” και “μετανεωτερικών/μεταμαρξιστικών” μοντέλων θα παίξουν τον δικό τους ρόλο και για τις ίδιες τις εκλογικές προτιμήσεις και για τον καθορισμό του τοπίου της επόμενης μέρας.

γ) Το ζήτημα της συνάρθρωσης πολιτικής και οικονομίας. Ήδη από τον Μαρξ του 1843, το νεωτερικό κράτος συλλαμβάνεται ως προϊόν μιας καταστατικής διαίρεσης ανάμεσα στην πολιτική και την οικονομία, την αφηρημένη ισότητα της πολιτικής κοινωνίας και την ανισότητα της κοινωνίας των πολιτών, της δομικής θέσης του ανθρώπου ως πολίτη και ως ιδιώτη. Ο Μάης δεν έλυσε αυτές τις αντιφάσεις. Αν έκανε οτιδήποτε, αυτό ήταν να παραγάγει μια συγκεκριμένη εκδοχή της μαοϊκής πριμοδότησης της πολιτικής απέναντι στην οικονομία, που άλλωστε είναι και απαραίτητη προϋπόθεση κάθε βουλησιαρχίας. Αν υπήρχε “στρέβλωση” απέναντι στην οποία ένωσε τις δυνάμεις του ο δυτικός Μαρξισμός και κατόπιν τα μεταμαρξιστικά ρεύματα, αυτή ήταν ο “οικονομισμός”, που χρεώθηκε στις ντετερμινιστικές αντιλήψεις της Σταλινικής Τρίτης Διεθνούς και των δυτικοευρωπαϊκών Κομμουνιστικών Κομμάτων. Εξ ορισμού, η σημερινή οικονομική κρίση προβληματικοποιεί σφόδρα την πριμοδότηση του πολιτικού απέναντι στο οικονομικό, αναγκάζοντας τη θεωρία σε μια επιστροφή στον ώριμο Μαρξ του Κεφαλαίου όπου ο ρυθμιστικός για τον Μαρξισμό ρόλος είναι αυτός της κριτικής της πολιτικής οικονομίας. Θέτει έτσι εκ νέου το ζήτημα της συνάρθρωσης της πολιτικής με την οικονομία στη βάση της αποτυχίας τόσο των καθαρά πολιτικών θεωρήσεων του προβλήματος όσο και των καθαρά οικονομικών να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις μιας συνεκτικής και πειστικής εναλλακτικής στο οικοδόμημα του αστικού κράτους, του καπιταλοκοινοβουλευτισμού, και της κεφαλαιοκρατικής οργάνωσης των παραγωγικών σχέσεων.

Όπως και να ’χει, στην Ελλάδα σήμερα το Κομμουνιστικό Κόμμα εμμένει στην αναγκαιότητα ενός συνολικού μετασχηματισμού της οικονομίας που μπορεί να προκύψει μόνο με πολιτικά μέσα, ενώ οι ανανεωτικοί του ανταγωνιστές τείνουν να πριμοδοτούν την ιδέα ότι μια πολιτική αριστερού συνασπισμού θα καθιστούσε εφικτή μια σταδιακή και μερική βελτίωση των οικονομικών συσχετισμών που συνθλίβουν τα μικρομεσαία και εργατικά στρώματα, χωρίς όμως να είναι ορατή ακόμα στον ορίζοντα μια συνολική επίθεση στους βασικούς πυλώνες του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος. Πρόκειται και πάλι για μια διαίρεση και σύγκρουση αντιλήψεων που αναμένεται να επηρεάσει τόσο τις εκλογικές προτιμήσεις όσο και τους πολιτικούς συσχετισμούς της ευρύτερης αριστεράς μελλοντικά.

δ) Τέλος, το ζήτημα του ιμπεριαλισμού. Ο Μάης, σε μεγάλο βαθμό λόγω της συγκυρίας του πολέμου στο Βιετνάμ και της επιρροής του Μαοϊσμού πρόταξε το ζήτημα αυτό, δεν μπορεί όμως να ειπωθεί νομίζω το ίδιο για τα μορφώματα του ευρωκομμουνισμού και της ανανεωτικής αριστεράς που ακολούθησαν. Στην σημερινή Ελλάδα, το ζήτημα επιστρέφει με ιδιαίτερη σφοδρότητα, καθώς ΚΚΕ και ΣΥΡΙΖΑ έδειξαν πολύ διαφορετικά ανακλαστικά και αντιδράσεις στην πρόσφατη ευρω-αμερικανική επέμβαση στη Λιβύη, σε μεγάλο βαθμό ως συνεπαγωγή της σταθερής εχθρότητας του πρώτου προς ΗΠΑ και ΕΕ και του έντονα ευρωκεντρικού προσανατολισμού του δεύτερου. Την ίδια στιγμή, φούντωσε η συζήτηση για τον βαθμό ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού, για την πραγματική του θέση και ρόλο στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα, για τους ενδοιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, για την εφαρμοσιμότητα ή όχι των θεωριών εξάρτησης, της έννοιας της “κομπραδόρικης ελίτ” ή αυτή της “εθνικής αστικής τάξης”. Οι διαμάχες που ξέσπασαν στις περιπτώσεις αυτές δεν επικαιροποίησαν απλώς άλυτους θεωρητικούς και πολιτικούς λογαρισμούς στην ευρύτερη αριστερά, αλλά, ίσως σημαντικότερα, “έβαλαν” στο πολιτικό παιχνίδι και τάσεις πολιτικο-ιδεολογικά ασαφούς χαρακτήρα, με “εθνοαπελευθερωτικά” και “πατριωτικά” ιδεολογικά προτάγματα.

Τα τέσσερα αυτά ζητήματα, όλα τους ζητήματα που φάνηκαν να έχουν “τακτοποιηθεί”—δηλαδή, αδρανοποιηθεί—στην εποχή συγκριτικής ευμάρειας που προηγήθηκε, θεωρώ πως παίζουν καθοριστικό ρόλο στην χαρτογράφηση σημαντικών και όχι επιδερμικών ή ανώδυνα επιλύσιμων αντιφάσεων μέσα στην αριστερά· αλλά και πως θα αποτελέσουν την βάση της αναδιαμόρφωσης των συσχετισμών ισχύος στους κόλπους της στο εγγύς μέλλον. Γνωρίζουμε πολύ λίγα αυτή τη στιγμή για τις μορφές που είναι πιθανό να πάρει αυτή η αναδιαμόρφωση. Κατά τη δική μου όμως εκτίμηση είναι κεντρικής σημασίας η αναγνώριση του γεγονότος ότι γύρω στο 2009-10 μπήκε ένα τέλος στον κύκλο εκείνο που εγκαινιάστηκε γύρω στον Μάη του 1968· και ότι βρισκόμαστε στην αρχή μιας μακράς εποχής δραματικών μεταλλάξεων στον χαρακτήρα της αριστεράς, του τι εννοούμε με τον όρο “αριστερά.” Βρισκόμαστε στην αρχή μιας περιόδου που θα εξαναγκάσει όλο και περισσότερους σε μια εκ βάθρων αναθεώρηση, για άλλη μια φορά στην ιστορική εξέλιξη του εργατικού κινήματος, λίγο-πολύ αξιωματικών παραδοχών· εν προκειμένω, αυτών που κυριάρχησαν μετά το 1968 και που έμοιαζαν ακλόνητα εδραιωμένες μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού το 1989-90. Οι μεθαυριανές εκλογές και οι όποιες τους συνέπειες σε ό,τι αφορά τη διακυβέρνηση της χώρας και τους συσχετισμούς που θα δημιουργηθούν στην αντιπολίτευση είναι απλώς ένα κομμάτι αυτής της επώδυνα αντιφατικής και αναγκαίας διαδικασίας.

3 Μαΐ 2012

Ελλάδα - Από τον νεοφιλελευθερισμό στον φασισμό


28 April 2012
περιοδικό Κόκκινο, τεύχος 52, Απρίλιος 2012
images
Η απόφαση των καθεστωτικών πολιτικών δυνάμεων να ιδρύσουν στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών στην Ελλάδα σηματοδότησε την είσοδο της χώρας σε μια νέα πολιτική περίοδο. Αποτελεί πλέον κοινό τόπο στους χώρους της κριτικής αντιπολίτευσης ότι βρισκόμαστε ήδη σε διαδικασία επέκτασης της φαιάς πανούκλας. Ο όρος του «εκφασισμού» και οι αναφορές στη δημοκρατία της Βαϊμάρης έχουν εγκατασταθεί πλέον στο λεξιλόγιο και τις αναλύσεις της Αριστεράς.
Ωστόσο, ο εκφασισμός εμφανίζεται, στις αναφορές της Αριστεράς, ως μια ιστορία παράλληλη προς την ιστορία της οικονομικής κρίσης, χωρίς οργανική σχέση με αυτήν. Παραδείγματος χάρη, η ανάδειξη του ζητήματος των στρατοπέδων συγκέντρωσης εμφανίστηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ ως προεκλογικός ελιγμός των κομμάτων εξουσίας, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για την ιδρυτική πράξη προσχώρησης όλων των καθεστωτικών δυνάμεων σε μια νέα δυναμική πρόταση πολιτικής ηγεμονίας, την πρόταση του φασισμού. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή, δηλαδή από τα χρόνια της «ισχυρής Ελλάδας» του Κώστα Σημίτη.

Η μοριακή αντεπανάσταση των ηττημένων της Αγοράς

Στη διάρκεια των ετών 1995-2008 -τα οποία, σε αντίθεση με όσα λέγονται, ήταν περίοδος οικονομικής ανόδου του ελληνικού καπιταλισμού (βλ. στις ετήσιες εκθέσεις του ΙΝΕ ΓΣΕΕ)- πραγματοποιήθηκε μια «μοριακή» αντεπανάσταση του ελληνικού συντηρητισμού. «Μοριακή», επειδή συντελέστηκε στην κλίμακα των ατόμων και των οικογενειών, σιωπηλά και υπόγεια, πριν τα αποτελέσματά της να εμφανιστούν στην πολιτική σκηνή.

Η ανάπτυξη της μοριακής αντεπανάστασης σχετίζεται με την πορεία του νεοφιλελευθερισμού στην Ελλάδα: Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, ο νεοφιλελευθερισμός κυριάρχησε και εγκατέστησε το γυμνό συμφέρον του χρήματος, τον ανταγωνισμό και το ατομικό συμφέρον ως προϋπόθεση της συλλογικής ευημερίας, στη θέση της ιδεολογίας της κοινωνικής αλληλεγγύης και του κοινωνικού κράτους. Ως αποτέλεσμα, στην εποχή της ακμής του νεοφιλελευθερισμού, η κοινωνικοποίηση των ατόμων πραγματοποιόταν μέσα από την Αγορά: Κάθε άτομο, με τα εφόδια που απέκτησε ριχνόταν στην αρένα των αγορών για να αξιοποιήσει το προσωπικό του «κεφάλαιο» (την ατομική του περιουσία και το «ανθρώπινο κεφάλαιό» του, τις προσωπικές του ικανότητες και φιλοδοξίες). Τα άτομα εντάσσονταν στην κοινωνία με βασική αναφορά στην ιδιότητα του κατόχου κεφαλαίου, σε έναν κόσμο όπου όλοι εμφανίζονται ως επενδυτές που πρέπει να αξιοποιήσουν το κεφάλαιό τους: άλλοι πρέπει να αξιοποιήσουν το υλικό κεφάλαιό τους, άλλοι το «ανθρώπινο κεφάλαιό» τους που συνίσταται στις ικανότητές τους προς εργασία, τις γνώσεις και τις δεξιότητες στις οποίες «επένδυσαν».
Μάλιστα, ο νεοφιλελευθερισμός ισχυρίστηκε ότι από την επιδίωξη του μερικού, ατομικού, ιδιαίτερου συμφέροντος θα προκύψει η γενική ευημερία. Με άλλα λόγια, ήταν μια ηγεμονική πολιτική πρόταση αφού κατόρθωνε να πείθει ότι το ιδιοτελές συμφέρον της επιχειρηματικής τάξης μετουσιώνεται τελικά σε γενικό συμφέρον.

Αυτό ήταν το ισχυρό σημείο του στα πρώτα έτη της κυριαρχίας του, αλλά και το αδύναμο σημείο του όταν οι οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες που αναπτύχθηκαν εξαιτίας του, κατέστησαν φανερό ότι δεν ήταν μια πολιτική γενικής ευημερίας αλλά μια πολιτική ευημερίας για την άρχουσα τάξη, τους συμμάχους της στη μικροαστική τάξη και κάποια στηρίγματά της στις εργαζόμενες τάξεις.

Η συντηρητική μοριακή αντεπανάσταση στα χρόνια της «ισχυρής Ελλάδας» είχε ως σταθερή υλική βάση τη μόνιμη διάψευση της υπόσχεσης του νεοφιλελευθερισμού ότι θα οδηγούσε σε γενική άνοδο της ευημερίας: Είναι δυσβάσταχτο να σε συνδέει με τους άλλους μόνο η αγορά, δηλαδή το γυμνό ατομικό συμφέρον, όταν είσαι ένας από αυτούς που έχασαν στο παιχνίδι της. Η κυριαρχία του απόλυτου ατομικισμού έγινε αφόρητη για τους «ηττημένους της αγοράς». Από αυτή την τραυματική κοινωνικοποίηση απορρέει η επιστροφή «σε παλιούς χάρτες που καθοδηγούσαν τα άτομα στην ατομική και συλλογική τους ζωή» (κατά την έκφραση του Hobsbawm). Αφού οι ιδεολογίες αλληλεγγύης της Αριστεράς είχαν απαξιωθεί, δεν απέμεναν πολλές επιλογές πέρα από τα γνώριμα και ασφαλή τοπία της θρησκείας που προσφέρει παρηγοριά, του Εέθνους και του αθλητισμού που προσφέρουν ταυτότητα, της οικογένειας, του στρατού και της αστυνομίας που προσφέρουν ασφάλεια. Μοιραία αναβίωσαν τότε οι πιο αντιδραστικές συλλογικές ιδεολογίες.

Η Νέα Δημοκρατία εκπροσώπησε προνομιακά αυτό τον κόσμο, τους «ηττημένους της αγοράς» - και μεμιάς απέκτησε λαϊκή συντηρητική βάση που την οδήγησε στην κυβέρνηση το 2004. Αν όμως η ΝΔ ήταν ο κυριότερος εκπρόσωπος του νέου ελληνικού συντηρητισμού, ο αυθεντικός εκφραστής του ήταν το ΛΑΟΣ.

Ο φιλελευθερισμός των νικητών της αγοράς

Ο όρος του φιλελευθερισμού, στη θεωρία τουλάχιστον, δεν περιορίζεται στο πεδίο της οικονομίας, αλλά προσδιορίζει και μια πολιτική κατεύθυνση που ευνοεί την αλλαγή και τη μεταρρύθμιση, την προστασία των πολιτικών ελευθεριών, την ισότητα και την ανοχή των αντίθετων απόψεων, την αποδέσμευση από τον ακραίο εθνικισμό και το ρατσισμό.
Από τη στιγμή που η οικονομική πολιτική του νεοφιλελευθερισμού μπήκε σε ηγεμονική κρίση, ο πολιτικός φιλελευθερισμός επιχείρησε να αποτελέσει την εναλλακτική λύση στον ανερχόμενο νέο ελληνικό συντηρητισμό αντιπαραθέτοντας τις δικές του αξίες (αγορά, ατομικά δικαιώματα, ισότητα ευκαιριών, ενεργοποίηση της κοινωνίας των πολιτών).

Η υλική βάση για τον πολιτικό φιλελευθερισμό στην Ελλάδα ήταν οι ίδιες οι επιδόσεις του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού: Διότι, εκτός από αυτούς που αναγνώριζαν εαυτούς ως «ηττημένους της αγοράς», υπάρχουν και αυτοί που αναγνώριζαν τον εαυτό τους ως «νικητές της αγοράς». Ήταν αυτοί που ρίχτηκαν στο παιχνίδι του ανταγωνισμού και κέρδισαν μια άνετη, εύπορη ή έστω ανεκτή, από υλική άποψη, ζωή, στην οποία η διακινδύνευση και η ανασφάλεια επιβραβεύονται με την επαγγελματική επιτυχία και την κοινωνική άνοδο. Μοιραία, ευρέα μικροαστικά στρώματα έτειναν αυθόρμητα στην υιοθέτηση της ιδεολογίας και των αξιών του νεοφιλελευθερισμού, διότι αυτές αντιστοιχούσαν πλέον στην υλική υπόσταση της ύπαρξής τους. Αναπαραγόταν έτσι η υλική βάση της κοινωνικής συμμαχίας μεταξύ των σύγχρονων επιχειρηματικών μερίδων με μεσαία και ανώτερα μικροαστικά στρώματα που αναγνώριζαν τον εαυτό τους ως «νικητές της αγοράς».

Η διάδοση της φαιάς πανούκλας

Μετά τη διάψευση των υποσχέσεων της εσωτερικής υποτίμησης, που βρίσκεται σε απόλυτη αποτυχία, αυξανόμενα τμήματα των μικροαστικών μερίδων που προηγουμένως αναγνώριζαν τον εαυτό τους ως νικητές της αγοράς, διαπιστώνουν ότι «στο τέλος της ημέρας» βρίσκονται στην πλευρά των χαμένων.

Για το λόγο αυτό, η πολιτική των Mνημονίων και της εσωτερικής υποτίμησης οδηγεί σε διάρρηξη των κοινωνικών συμμαχιών της προηγούμενης περιόδου και απαξιώνει την ηγεμονική, μέχρι πρότινος, πρόταση του νεοφιλελευθερισμού. Οι μόνοι νικητές της αγοράς που απομένουν πια είναι το σύμπλεγμα του μεγάλου κεφαλαίου με τις τράπεζες.

Προκύπτει από αυτά μια κρίση πολιτικής ηγεμονίας της άρχουσας τάξης, η οποία δεν κατορθώνει πια να διασώσει την συμμαχία της με μεγάλες μερίδες της μικροαστικής τάξης στη βάση του νεοφιλελεύθερου σχεδίου. Η αστική τάξη δεν φαίνεται ικανή να επιβάλει την ηγεμονία της και να συνενώσει υπό την αιγίδα της ούτε τις συμμαχικές προς αυτήν μερίδες της μικροαστικής τάξης ούτε τις μερίδες των εργαζόμενων τάξεων που τη στήριζαν, κάνοντας χρήση της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, της νεοφιλελεύθερης υπόσχεσης περί γενικής ευημερίας υπό την προϋπόθεση της απελευθέρωσης της αγοράς εργασίας, της ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας κ.λπ. Πρόκειται για μια κρίση της άρχουσας ιδεολογίας, η οποία έχει εκπέσει στη συνείδηση των υποτελών κοινωνικών τάξεων. Η λειτουργία, όμως, αυτής της ιδεολογίας είναι να αναπαράγει την υποτέλεια των υποτελών τάξεων. Στο σημείο αυτό ανοίγεται μια διπλή δυνατότητα: της διεκδίκησης της εξουσίας από τις υποτελείς τάξεις ή της υπαγωγής τους σε έναν νέο ηγεμονικό σχέδιο της άρχουσας τάξης.
Η ηγεμονική αδυναμία παίρνει, επιπλέον, τη μορφή της ρήξης του δεσμού εκπροσωπούντες-εκπροσωπούμενοι, δηλαδή τη μορφή μιας κρίσης κομματικής εκπροσώπησης.

Τι απομένει, λοιπόν, στο άρχον συγκρότημα; Ποιο ηγεμονικό σχέδιο; Αυτή τη στιγμή ο ανερχόμενος φασισμός είναι η μοναδική ηγεμονική πρόταση στον ορίζοντα της εξουσίας. Είναι ήδη φανερό ότι η φασιστική πρόταση μπορεί να συνενώσει σε μια νέα ταξική συμμαχία που θα στηρίζεται στο μίσος για το μετανάστη, στον εθνικισμό και την επιστροφή στις παραδοσιακές αξίες της αστυνομίας, του στρατού, της πατρίδας, της θρησκείας και της οικογένειας, της μηδενικής ανοχής και της καταδίωξης των αδυνάμων, μια σειρά κοινωνικών τάξεων, μερίδων τάξεων και κοινωνικών ομάδων: από το τραπεζικό κεφάλαιο, τους μεγάλους και μικρούς κεφαλαιοκράτες, τους επαγγελματίες της ιδεολογίας, τους οικονομολόγους, δημοσιογράφους, έως τους άνεργους και τους εξαθλιωμένους συνταξιούχους, τα φασίζοντα στελέχη των μεγάλων ιδιωτικών επιχειρήσεων, τους θρησκόληπτους και τους μπράβους, και τόσους άλλους.

Η πορεία του άρχοντος συγκροτήματος προς το φασισμό έχει ήδη αρχίσει: Η απόφαση των καθεστωτικών πολιτικών δυνάμεων να ιδρύσουν στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών είναι η ιδρυτική πράξη προσχώρησης όλων των καθεστωτικών πολιτικών δυνάμεων σε μια διαδικασία γενικευμένου εκφασισμού. Είναι η προσχώρηση σε ένα ηγεμονικό πολιτικό σχέδιο που φαίνεται, σήμερα, ως το μόνο αποτελεσματικό για την άρχουσα τάξη και τους συμμάχους της. Η προσχώρηση αυτή συνοδεύεται με την εγκατάλειψη του πολιτικού φιλελευθερισμού. Οι πρώην φιλελεύθεροι «διανοούμενοι» και δημοσιογράφοι, το ιδεολογικό προσωπικό της ισχυρής Ελλάδας του νεοφιλελευθερισμού, συντάσσονται στις γραμμές του φασισμού και ως νέοι Γκέμπελς ασκούν την τέχνη της αντιστροφής: Για να αποκρύψουν τον φασισμό που οι ίδιοι έχουν αφομοιώσει, οι νεοφιλελεύθεροι που έγιναν φασίστες, καταγγέλλουν την Αριστερά σαν αντιδημοκρατική δύναμη.
Εάν ισχύουν αυτά, μοιραία, το μοναδικό εμπόδιο που μπορεί να συναντήσει στο δρόμο της η διαδικασία του εκφασισμού θα είναι στο εξής η Αριστερά και οι άλλες αντικαθεστωτικές δυνάμεις. Με ποιο ηγεμονικό σχέδιο, άραγε, θα μπορέσουμε να τους σταματήσουμε; Με ποιες συμμαχίες; Με τι μέσα; Αυτό δεν μπορούμε να το δούμε με ευκρίνεια προς το παρόν. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ο δρόμος του φασισμού προς την εξουσία δεν θα είναι βασιλικός.

κεϊνσιανός

2 Μαΐ 2012

Δεύτερη Ανάγνωση - 2 ειδήσεις


Άρωμα σκανδάλων και ιδιοτελών συμφερόντων στη βουλή

Φαίνεται ότι τελικά αυτή η βουλή δεν θα γλιτώσει εύκολα από την σκιά της καχυποψίας. Ξεκίνησε παράδοξα με την αγοραπωλησία της ψήφου του Κουλία και από τότε η αμφιβολία πάει και έρχεται. Πριν λίγες εβδομάδες, ο Πολίτης δοκίμασε να κάμει ακόμα μια επίθεση στον Πρόεδρο με τα πρωτοσέλιδα για τα "λαπόρτα", τα οποία τελικά λειτούργησαν αντίθετα – εστιάστηκαν στην βουλή και τα προνόμια των βουλευτών. Αυτήν τη εβδομάδα, και ενώ τα ΜΜΕ προσπάθησαν να καλύψουν τα ίχνη του σκανδάλου το Τσοχατζοπουλου στην Κύπρο - ούτε καν μια αναφορά λ.χ. για την Telepassport, στην οποία η συμμετοχή του Σ. Χάσικου ήταν γνωστή - ο Πολίτης έκανε μια ενδιαφέρουσα κίνηση προβάλλοντας πρωτοσέλιδα το γεγονός ότι βουλευτές και πολιτικοί αρχηγοί δεν υπέβαλλαν φορολογικές δηλώσεις. Αυτό, βέβαια, είναι μόνο μια γενική αρχή – γενικότερο ζήτημα όπως το διατύπωσε σε δευτερεύων, αλλά ουσιαστικό, σχόλιο η εφημερίδα είναι το θέμα των δηλώσεων εισοδημάτων από τις επαγγελματικές ασχολίες των βουλευτών. Το οποίο οδηγεί βέβαια και στην ουσία του σκανδάλου που είναι η διαπλοκή συμφερόντων των βουλευτών. 

Η σκανδαλολογία για την βουλή συνέπεσε και με μια νέα συζήτηση για τους φοροφυγάδες και φυσικά η μη δημοσιοποίηση ονομάτων παρέμεινε να αιωρείται ως νομικό πρόβλημα. Σε αυτό το πλαίσιο, άρχισαν να κυκλοφορούν διάφορα ονόματα για τους βουλευτές που δεν υπέβαλαν φορολογικές δηλώσεις – με πρώτο βέβαια τον Ν. Παπαδόπουλο, ο οποίος είναι πια ο πρώτος ύποπτος για διαπλοκή. Συχνές αναφορές έγιναν, επίσης, και για τον Γ. Γεωργίου του ΔΗΣΥ.

Οι Τράπεζες ψιλοπαραδεχονται το σκάνδαλο ενώ έγινε επιτέλους η αντικατάσταση στην κεντρική

Από την αρχή της εβδομάδας άρχισε το γνωστό σενάριο: στην αρχή η Τράπεζα Κύπρου έσκασε την «μικρή» - σχετικά - βόμβα ότι τελικά οι ζημίες δεν θα είναι μόνο 1.3 δις, αλλά βρέθηκαν ακόμα 300 εκατομμύρια ζημιές. Είναι να απορείς πως μπορούν τραπεζίτες με μαθηματικούς στην κεντρική να κάνουν τέτοια λάθη εκατοντάδων εκατομμυρίων. Μάλλον είναι μια σταδιακή εξοικείωση με το πρόβλημα. Μέχρι την Παρασκευή, αφού είχαν προηγηθεί βαρύυγδουποι τίτλοι του Φιλελεύθερου [«Σχέδιο εφιάλτης για Λαϊκή»], ο Σαρρής ομολόγησε ότι τα δάνεια της τράπεζας στην Ελλάδα είναι 13 δις. Δεν είπε ποσά αναμένει να πάρει πίσω η τράπεζα αλλά, στο κλίμα της εξοικείωσης άρχισε να διαρρέει το ευρύτερο πρόβλημα. Την ίδια μέρα που ο Σαρρής ομολογούσε το μέγεθος του προβλήματος, άρχισε να διαφαίνεται και η ανησυχία των εργαζόμενων στην τράπεζα. Τουλάχιστον προσπάθησε να καθησύχασει, τόσο τους εργαζόμενους, όσο και τους μικροκαταθέτες.
Η άλλη διάσταση του επαναλαμβανόμενου σεναρίου είναι βέβαια να μετατοπιστεί το πρόβλημα στο δημόσιο λες και είναι η ΠΑΣΥΔΥ που αγόραζε τα ομόλογα από την Ελλάδα ή οι δημόσιοι υπάλληλοι που έπαιρναν τα μπονους. Αν και το έλλειμμα είναι μειωμένο, η έλλειψη ανάπτυξης έχει μειώσει τα έσοδα, οπότε πρέπει να βρεθούν επιπρόσθετα ποσά για να πετύχουμε το 2.5% στο έλλειμμα. Τώρα γιατί να επιμένουμε, ακριβώς σε αυτό την στιγμή που άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες έχουν πιο ψηλό στόχο για φέτος τουλάχιστον, ας το αφήσουμε, είναι δύσκολο μαθηματικό για τους οικονομικούς αναλυτές μας. Έτσι, ο κ. Σιαρλή βρέθηκε στα μέσα της εβδομάδας σε ένα μπαράζ ερωτήσεων που ήθελε να εκμαιεύσει δήλωση ότι θα αποκοπεί ο 13ος μισθός - των δημοσίων υπάλληλων υποτίθεται, αλλά εννοείται ευρύτερα – και είναι απορίας άξιον οι δημοσιογράφοι που επέμεναν να εκμαιεύσουν τέτοια δήλωση αν καταλαβαίνουν όντως τις προεκτάσεις του τι προωθούν - έστω και κατά παραγγελία. Την επομένη, με παρέμβαση του Προέδρου το ζήτημα έκλεισε. Βέβαια στην οικονομική σελίδα της Καθημερινής λ.χ. η επιθυμία για ένταξη στον μηχανισμό στήριξης είναι δεδομένη – σχεδόν σαν φαντασίωση. 

Στα σενάρια, πάντως, του υπουργείου οικονομικών υπάρχει και το σενάριο του διακρατικού δανείου – και ήδη η Αλήθεια της Κυριακής έκανε αναφορά για την αναζήτηση κινέζικου δανείου. Αφού δεν τα κατάφεραν οι τράπεζες μπορεί να τα καταφέρει η πολιτεία.

Σε αυτό, λοιπόν, το κλίμα, και αφού ο Χριστόφιας κοινοποίησε και την απόφαση του για αντικατάσταση του Ορφανίδη στους πολιτικούς αρχηγούς, την Τετάρτη και την Πέμπτη είχαμε, πια, το θέατρο του παράλογου – ενώ η οικονομία βρίσκεται μπροστά στις συνέπειες των τραγικών λαθών των τραπεζιτών και της εκπληκτικής απραξίας του διοικητή της κεντρικής, άρχισαν, πάλι, μερικοί τα λιβανίσματα για τον Ορφανίδη. Η ειρωνική απάντηση του Κατσουρίδη «αφού τον εκτιμάτε τόσο γιατί δεν το βάζετε υποψήφιο πρόεδρο» έμεινε φυσικά αναπάντητη. Το ότι ο Ορφανίδης έχει εξυπηρετήσει αρκετούς από την πολιτική ελίτ, είναι, ίσως, εκφραστικό των ανοησιών που ακούστηκαν. Ο Αβέρωφ ήταν γενικά ήπιος. Ο Περδικης μόνιμα θεατρίνος στο φούμα του δημόσιου λόγου, ζήτησε από την πρόεδρο να ακούσει την «φωνή της λογικής»! Η «λογική» του να επαναδιοριστεί ο υπεύθυνος των ζημιών των τραπεζών είναι βέβαια οξύμωρο σχήμα – αλλά ο κ. Περδίκης δεν διαπρέπει στην δημόσια χρήση της λογικής. Άλλωστε και το επιχείρημα ότι τάχα μου χαίρει εκτίμησης στο εξωτερικό, ο Ορφανίδης κλπ, γινόταν αστείο όταν την ίδια εβδομάδα, ο οίκος Fitch ξανά-υποβμιζε τις τράπεζες – τον τομέα του κ. Ορφανίδη. Τόση εκτίμηση πια. Ο Ν. Παπαδόπουλος έκανε και πάλιν δημόσια έκθεση της ανωριμότητάς του. Μέχρι και ο ήπιος, γενικά, οικονομικός σχολιαστής του Φιλελευθέρου, ο Π. Χαραλάμπους σχολίασε την αστεία αντίφαση κάποιου που καμώνεται ότι τάχα τον ενδιαφέρει η κυπριακή οικονομία και τί νομίζουν οι ξένοι, ενώ αναφέρεται στην κατάσταση με όρους "φερέτρων" και "νεκροταφείου". Μπορεί οι οικονομικές σελίδες του Φιλελευθέρου να διατηρούν μια ισορροπία , το πρωτοσέλιδο και οι πρώτες σελίδες, πάντως, με τους Μιχαηλίδη, Σέρτη, Κουνναφή έχει την τάση να χάνει, ακόμα, και την έννοια των λέξεων. Την Πέμπτη, ο τίτλος ήταν «Όλα τα κόμματα ζητούν παραμονή του Αθανάσιου Ορφανίδη». Στην πραγματικότητα, εκτός από το ΑΚΕΛ, και η ΕΔΕΚ δεν είχε ζητήσει κάτι τέτοιο και όπως φάνηκε και με την δήλωση του ΔΗΚΟ το σαββατοκυρίακο, το κόμμα αναγνώριζε το δικαίωμα του Προέδρου να κάνει την αλλαγή. Η δήλωση του Ν. Παπαδόπουλου προηγουμένως, άνηκε στην συνηθισμένη προσωπική πολιτική του ατόμου. Κάπου χάθηκε το λεξικό φαίνεται ή η αριθμητική στο πρωτοσέλιδο.

Ο κ. Δημητριάδης θα κριθεί, βέβαια, από το έργο του - παρά από την απραξία όπως ο Ορφανίδης - αλλά το γεγονός ότι έχει γνώση για ζητήματα διαχείρισης τραπεζιτικών κρίσεων είναι σίγουρα θετικό. Όπως ανακουφιστικά θετική είναι και η έμφαση του στην ανάπτυξη αντί στην λιτότητα – και στην σχεδόν εμμονή που είχε ο προηγούμενος να οδηγήσει την χώρα σε κρίση για να την εντάξει στον μηχανισμό στήριξης. Γιατί αυτός ήταν ο στόχος του Ορφανίδη. Και δεν είχε καν την ειλικρίνεια να το παραδεκτει. Η γελοία τελικά δήλωση του στην βουλή, μετά την αντικατάσταση του, ότι έφταιγαν οι πολιτικοί - και εννοούσε ο Χριστόφιας - για το κούρεμα, έδειχνε και το επίπεδο κατανόησης για τον τρόπο λειτουργίας της Ε.Ε., αλλά και την δική του ικανότητα να αναλάβει, έστω, κάποιες ευθύνες. Και για αυτό, ίσως, να μην ήταν μόνο ζήτημα απραξίας, λόγω μη κατανόησης, αλλά ίσως και σκόπιμων μορφών απραξίας. Αλλά αυτό είναι θέμα και θέματα που θα διαφανούν όταν τελικά γίνει η ερευνά για την κρίση των τραπεζών και για τους υπεύθυνούς της.